Выбрать главу

Η Ρενέ έγειρε το κεφάλι της. «Όπως επιθυμείς, Αρχόντισσά μου. Θα το φροντίσω». Πάσχιζε εξαιρετικά συχνά να μη λέει διάφορα παρουσία του Νόρυ, αλλά τίποτα στην έκφραση της δεν μαρτυρούσε ότι είχε αντιληφθεί κάποιο είδος επίπληξης. Φυσικά, η Ηλαίην δεν ήταν σίγουρη αν θα μπορούσε να επιπλήξει ανοιχτά τη γυναίκα. Η Κυρά Χάρφορ θα συνέχιζε να ασχολείται με τα καθήκοντά της, και σίγουρα θα συνέχιζε να κυνηγάει κατασκόπους με αμείωτη ένταση, αν μη τι άλλο επειδή η παρουσία τους και μόνο στο παλάτι την πρόσβαλε. Ωστόσο, η Ηλαίην ίσως ανακάλυπτε δεκάδες μπελάδες κάθε μέρα, δεκάδες μικρές ενοχλήσεις που θα πρόσθεταν επιπλέον μιζέρια, και δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει ευθέως την Αρχιυπηρέτρια για καμία από δαύτες. Πρέπει να πηγαίνουμε με τα νερά των υπηρετών, της είχε πει κάποτε η μητέρα της. Μπορεί να προσλάβεις καινούργιους υπηρέτες, να σου πάρει πολύ χρόνο και κόπο μέχρι να τους εκπαιδεύσεις και να τους μάθεις πέντε πράματα, μόνο και μόνο για να βρεθείς ξανά στο σημείο που ξεκίνησες. Η εναλλακτική λύση είναι να αποδεχτείς τους κανόνες ως έχουν, και να ζήσεις άνετα περνώντας τον καιρό σου βασιλεύοντας.

«Ευχαριστώ, Κυρά Χάρφορ», είπε, κι ως απάντηση έλαβε μία ακόμη σχολαστική υπόκλιση. Η Ρενέ Χάρφορ ήταν άλλη μία γυναίκα που γνώριζε την αξία της. «Αφέντη Νόρυ;»

Ο άντρας, που θύμιζε κάπως ερωδιό, ξαφνιάστηκε κι έπαψε να κοιτάει βλοσυρά τη Ρενέ. Από μια άποψη, έβλεπε τις πύλες ως κάτι δικό του και, μάλιστα, διόλου ευκαταφρόνητο. «Μάλιστα, Αρχόντισσά μου. Φυσικά». Η φωνή του ήταν βαριά και μονότονη. «Φαντάζομαι πως η αρχόντισσα Μπιργκίτε σάς έχει ήδη ενημερώσει για τους εμπορικούς συρμούς από το Ίλιαν και το Δάκρυ. Πιστεύω πως αυτή είναι η... εχμ... πάγια τακτική της όταν επιστρέφετε στην πόλη». Προς στιγμήν, η ματιά του έπεσε γεμάτη μομφή στην Μπιργκίτε. Δεν πίστευε πως η Ηλαίην θα εκνευριζόταν στο ελάχιστο, ακόμα κι αν η γυναίκα τού φώναζε, αλλά ζούσε βάσει των δικών του αρχών, κι ένιωθε κάπως πικραμένος που η Μπιργκίτε τού έκλεψε την ευκαιρία να απαριθμεί ο ίδιος πόσες άμαξες, κάδοι και βαρέλια κατέφθαναν. Ήταν ερωτευμένος με τους αριθμούς. Αν μη τι άλλο, η Ηλαίην ήλπιζε να μην έφτανε στα άκρα. Άλλωστε, ο Αφέντης Νόρυ δεν έδειχνε άνθρωπος με πολύ τσαγανό.

«Πράγματι, με ενημέρωσε», του είπε με κάποια υποψία απολογίας, όχι αρκετή όμως για να τον κάνει να νιώσει αμηχανία. «Φοβάμαι πως κάποιες από τις Θαλασσινές μάς αφήνουν. Από αύριο, θα έχουμε τις μισές στη διάθεσή μας για να κατασκευάζουν πύλες».

Τα δάχτυλα του Νόρυ κινήθηκαν σαν πόδια αράχνης πάνω στον πέτσινο φάκελο που ήταν ακουμπισμένος στο στήθος του, λες και ψηλαφούσε τα χαρτιά στο εσωτερικό. Η Ηλαίην δεν τον είχε δει ποτέ να συμβουλεύεται κάποιο από αυτά. «Α, μάλιστα. Δεν πειράζει, θα... αντεπεξέλθουμε, Αρχόντισσά μου». Ο Χάλγουιν Νόρυ πάντα έβρισκε τρόπο να αντεπεξέρχεται. «Λοιπόν, είχαμε εννέα εμπρησμούς χτες και το περασμένο βράδυ, κάπως περισσότεροι απ’ ό,τι συνήθως. Έγιναν τρεις απόπειρες να καούν αποθήκες με τρόφιμα. Καμία δεν ήταν επιτυχής, σπεύδω να προσθέσω». Μπορεί να έσπευσε να προσθέσει, αλλά το έκανε μιλώντας εξίσου μονότονα. «Θα ήθελα, εντούτοις, να αναφέρω ότι οι περιπολίες των Φρουρών στους δρόμους έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση σε κάτι περισσότερο από το συνηθισμένο, τη συγκεκριμένη εποχή του χρόνου, των επιθέσεων και των ληστειών. Ωστόσο, στην περίπτωση των εμπρησμών, είναι προφανές ότι υποκινούνται από κάποιο χέρι. Δεκαεπτά κτήρια καταστράφηκαν ολοσχερώς, εκτός από ένα εγκαταλελειμμένο». Το στόμα του στένεψε σε αποδοκιμασία. Θα χρειαζόταν κάτι παραπάνω από μια απλή πολιορκία για να αναγκαστεί ο Νόρυ να εγκαταλείψει το Κάεμλυν. «Κατά τη γνώμη μου, όλοι οι εμπρησμοί ήταν προσχεδιασμένοι, έτσι ώστε οι υδροφόρες να βρίσκονται όσο το δυνατόν πιο μακριά από τις αποθήκες, όπου και σημειώθηκαν οι απόπειρες. Έχω την εντύπωση πως ο εν λόγω σχεδιασμός ισχύει για κάθε εμπρησμό που έχουμε δει τις τελευταίες βδομάδες».

«Μπιργκίτε;» είπε η Ηλαίην.

«Θα κοιτάξω να εντοπίσω τις αποθήκες στον χάρτη», αποκρίθηκε η Μπιργκίτε γεμάτη αμφιβολίες, «και να βάλω επιπλέον Φρουρούς στους απομακρυσμένους δρόμους, αλλά ίσως μπορεί να παίζει μεγάλο ρόλο κι η τύχη». Δεν κοίταξε καν προς τη μεριά της Κυράς Χάρφορ, αλλά η Ηλαίην αισθάνθηκε ένα αμυδρό κοκκίνισμα εκ μέρους της. «Οποιοσδήποτε μπορεί να κουβαλάει πέτρα και τσακμάκι στο πουγκί του, και τα ξερά άχυρα αρπάζουν αμέσως».

«Κάνε ό,τι μπορείς», της αποκρίθηκε η Ηλαίην. Μόνο από καθαρή τύχη θα έπιαναν έναν εμπρηστή εξαπίνης, ενώ η ίδια τύχη θα ήταν βουνό αν εκείνος τους αποκάλυπτε κι άλλα πέρα από το γεγονός ότι είχε χρηματιστεί από μια φιγούρα με κουκούλα. Το να βρουν στα σίγουρα ότι πίσω απ’ όλα αυτά κρυβόταν η Αρυμίλα, η Ελένια ή η Νάεαν, απαιτούσε τύχη σαν του Ματ Κώθον. «Έχεις ν’ αναφέρεις κάτι άλλο, Αφέντη Νόρυ;»