«Ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θα θέλαμε να κάνουν;» ρώτησε η Ηλαίην. «Αν διασκορπιστούν στα κτήματά τους, σημαίνει ότι θα παραμείνουν εκεί το λιγότερο μέχρι την άνοιξη. Μέχρι τότε, θα έχουν κριθεί τα πάντα». Φωτός θέλοντος, δηλαδή. «Αν, όμως, συνεχίσουν την πορεία τους προς το Κάεμλυν;»
«Χωρίς τους Μουραντιανούς, δεν διαθέτουν αρκετούς οπλίτες για να αντιταχθούν στην Αρυμίλα». Η Μπιργκίτε έτριψε το πηγούνι της, μελετώντας τον χάρτη. «Αν δεν έχουν πληροφορηθεί μέχρι τώρα ότι οι Αελίτες κι η Λεγεώνα του Δράκοντα δεν συμμετέχουν, θα το πληροφορηθούν σύντομα, αλλά σίγουρα θα θελήσουν να είναι προσεκτικοί. Κανείς τους δεν είναι αρκετά ηλίθιος ώστε να προκαλέσει μια αχρείαστη μάχη, ειδικά όταν ξέρει ότι θα τη χάσει. Πιστεύω πως θα στρατοπεδεύσουν κάπου ανατολικά ή νοτιοανατολικά, όπου θα μπορούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις και, πιθανόν, να τις επηρεάζουν».
Ρουφώντας και την τελευταία στάλα κρασιού, το οποίο θα είχε κρυώσει πια, η Ντυέλιν ξεφύσηξε βαριά και πήγε να ξαναγεμίσει το ποτήρι της. «Αν έρθουν στο Κάεμλυν», συνέχισε, σε τόνο βαρύ σαν μολύβι, «σημαίνει ότι ελπίζουν να ενωθεί μαζί τους ο Λούαν ή ο Αμπέλε ή η Ελόριεν. Ίσως κι οι τρεις».
«Τότε, πρέπει να σκεφτούμε πώς θα τους σταματήσουμε πριν φτάσουν στο Κάεμλυν και πριν ευοδωθούν τα σχέδιά μας, χωρίς όμως να τους κάνουμε παντοτινούς εχθρούς μας». Η Ηλαίην πάλεψε για να κάνει τη φωνή της τόσο σίγουρη και σταθερή όσο νωθρή ήταν της Ντυέλιν. «Επίσης, πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε σε περίπτωση που φθάσουν νωρίτερα. Ντυέλιν, αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα χρειαστεί να τους πείσεις ότι πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα σ’ εμένα και στην Αρυμίλα, ειδάλλως θα υπάρξουν τεράστιες επιπλοκές, οι οποίες θα παρασύρουν στη δίνη τους και εμάς και ολόκληρο το Άντορ».
Η Ντυέλιν μούγκρισε λες και την είχαν χτυπήσει στο πρόσωπο. Η τελευταία φορά που οι μεγάλοι Οίκοι έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα σε τρεις διεκδικήτριες του Θρόνου του Λιονταριού ήταν πριν από σχεδόν πεντακόσια χρόνια, κι ακολούθησαν εφτά χρόνια ανοιχτού πολέμου προτού τελικά στεφθεί βασίλισσα. Μέχρι να συμβεί αυτό το τελευταίο, όλες οι αρχικές διεκδικήτριες είχαν πεθάνει.
Εντελώς ασυναίσθητα, η Ηλαίην σήκωσε το φλιτζάνι με το τσάι της και ρούφηξε μια γουλιά. Είχε κρυώσει, αλλά το μέλι απλώθηκε σαν έκρηξη πάνω στη γλώσσα της. Μέλι! Κοίταξε έκπληκτη την Αβιέντα και τα χείλη της αδελφής της συσπάστηκαν σε ένα μικρό χαμόγελο. Συνωμοτικό χαμόγελο, λες κι η Μπιργκίτε δεν είχε ιδέα. Αν κι η Μπιργκίτε δεν έφτανε μέσω του παράδοξα ενισχυμένου δεσμού τους στο σημείο να γεύεται όσα γευόταν η Ηλαίην, σίγουρα ένιωσε την έκπληξη αλλά και την ευχαρίστηση της Ηλαίην μόλις δοκίμασε το τσάι. Ακουμπώντας τις γροθιές στους γοφούς της, υιοθέτησε ένα επικριτικό βλέμμα. Ή, μάλλον, προσπάθησε. Παρά τη στάση της όμως, ένα χαμόγελο χαράχτηκε και στο δικό της πρόσωπο. Ξαφνικά, η Ηλαίην συνειδητοποίησε ότι ο πονοκέφαλος της Μπιργκίτε είχε εξαφανιστεί. Δεν είχε ιδέα πότε συνέβη αυτό, αλλά το σίγουρο ήταν ότι είχε χαθεί.
«Έλπιζε για το καλύτερο και σχεδίαζε με βάση το χειρότερο», είπε. «Μερικές φορές, συμβαίνει το καλύτερο».
Η Ντυέλιν, που δεν είχε πάρει είδηση το θέμα του μελιού, παρά μόνο έβλεπε και τις τρεις να μειδιούν, άρχισε να δυσφορεί έντονα. «Άλλες φορές, όμως, δεν συμβαίνει. Αν το συγκροτημένο σχέδιό σου εφαρμοστεί με ακρίβεια, Ηλαίην, δεν έχουμε καμιά ανάγκη ούτε την Ήμλυν, ούτε την Ελόριεν, ούτε κανέναν από τους υπόλοιπους, αλλά το ρίσκο είναι τρομερό. Δεν θέλει και πολύ για να πάει κάτι στραβά...»
Η πόρτα στ’ αριστερά άνοιξε και, μαζί με το ψυχρό ρεύμα του αέρα, μπήκε και μια γυναίκα με μάγουλα εξογκωμένα σαν μήλα, παγερή ματιά και το χρυσό σιρίτι του υπολοχαγού ραμμένο στον ώμο της. Ίσως είχε χτυπήσει πρώτα, αλλά ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, το ξόρκι απορρόφησε τον ήχο. Όπως κι η Ρασόρια, η Τζίγκαν Σοκόριν ήταν Κυνηγός του Κέρατος προτού μπει στη σωματοφυλακή της Ηλαίην. Φαίνεται πως η φρουρά είχε αλλάξει. «Η Σοφή Μοναέλ επιθυμεί να δει την Αρχόντισσα Ηλαίην», ανακοίνωσε κορδωμένη η Τζίγκαν. «Μαζί της βρίσκεται κι η Κυρά Καριστόβαν».
Μπορεί να απέφευγε κανείς τη Σουμέκο, αλλά όχι και τη Μοναέλ. Οι άνθρωποι της Αρυμίλα ανακατεύονταν τόσο με τις Άες Σεντάι όσο και με τους Αελίτες, αλλά η μόνη περίπτωση να έρθει μια Σοφή στην πόλη ήταν να είχε συμβεί κάτι συνταρακτικό. Η Μπιργκίτε το γνώριζε καλά κι άρχισε αμέσως να διπλώνει τον χάρτη. Η Αβιέντα άφησε το ξόρκι να διαλυθεί κι απελευθέρωσε την Πηγή.