«Πες τους να περάσουν», είπε η Ηλαίην.
Η Μοναέλ δεν περίμενε την Τζίγκαν να τη συνοδεύσει. Το ξόρκι δεν είχε προλάβει να σβήσει καλά-καλά, κι η γυναίκα γλίστρησε στο εσωτερικό του δωματίου, με τα πολυάριθμα χρυσά και φιλντισένια βραχιόλια της να κροταλίζουν καθώς κατέβαζε την εσάρπα της από τους ώμους στους αγκώνες, αφού εκεί μέσα έκανε ζέστη. Η Ηλαίην δεν ήξερε την ηλικία της Μοναέλ —οι Σοφές δεν δίσταζαν, όπως οι Άες Σεντάι, να αναφέρουν την ηλικία τους, αλλά το έκαναν με πλάγιο τρόπο— αλλά δεν φαινόταν πολύ παραπάνω από μεσήλικη. Υπήρχε κάποια χροιά κοκκινάδας στα χρυσαφιά και ριχτά έως τη μέση μαλλιά της, αλλά ούτε η παραμικρή γκριζάδα. Ήταν κοντή για Αελίτισσα, πιο κοντή κι από την Ηλαίην, με ευγενικό, μητρικό πρόσωπο κι ελάχιστες δυνατότητες στη Δύναμη για να γίνει αποδεκτή από τον Λευκό Πύργο, αν κι η δύναμη δεν μετρούσε ιδιαίτερα μεταξύ των Σοφών, για τις οποίες η Μοναέλ κατείχε αρκετά υψηλή θέση. Το σημαντικότερο για την Ηλαίην και την Αβιέντα ήταν ότι η Μοναέλ είχε παραστεί ως «μητέρα» στην αναγέννησή τους ως πρωταδελφών. Η Ηλαίην έκανε μια βαθιά υπόκλιση προς το μέρος της, αγνοώντας το αποδοκιμαστικά ρουθούνισμα της Ντυέλιν, ενώ η Αβιέντα έγειρε μπροστά, υποκλινόμενη κι αυτή βαθιά. Σε τελική ανάλυση, πέρα από το καθήκον απέναντι στη «μητέρα» της, σύμφωνα με τα Αελίτικα έθιμα, δεν έπαυε να είναι μια μαθητευόμενη Σοφή.
«Υποθέτω πως η ανάγκη για απομόνωση τελείωσε, εφ’ όσον έλυσες το ξόρκι», είπε η Μοναέλ. «Είναι ώρα να ελέγξω την κατάσταση, Ηλαίην Τράκαντ, κάτι που πρέπει να γίνεται δύο φορές τον μήνα μέχρι το τέλος της περιόδου». Γιατί κοιτούσε τόσο συνοφρυωμένη την Αβιέντα; Μα το Φως, το βελούδο!
«Κι εγώ ήρθα για να δω τι κάνει», πρόσθεσε η Σουμέκο, ακολουθώντας τη Σοφή στο εσωτερικό του δωματίου. Η Σουμέκο ήταν επιβλητική φυσιογνωμία, ρωμαλέα και με βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση. Φορούσε ένα καλοραμμένο κίτρινο μάλλινο με άλικη ζώνη. Πάνω στα ίσια μαύρα μαλλιά της υπήρχαν ασημένια χτενάκια, ενώ ο ψηλός λαιμός του φορέματός της στολιζόταν από μια ασημένια στρογγυλή καρφίτσα με κόκκινο σμάλτο. Θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει στην κάστα των ευγενών ή των επιτυχημένων εμπόρων. Κάποτε, είχε φανεί άτολμη, όσον αφορά τις Άες Σεντάι τουλάχιστον, αλλά αυτό δεν ίσχυε πια, ούτε απέναντι στις Άες Σεντάι ούτε απέναντι στους στρατιώτες της Βασιλικής Φρουράς. «Μπορείς να φύγεις», είπε στην Τζίγκαν. «Το θέμα δεν σε αφορά πια». Το ίδιο ίσχυε και για τις ευγενείς. «Μπορείς να φύγεις κι εσύ, Αρχόντισσα Ντυέλιν, όπως κι η Αρχόντισσα Μπιργκίτε». Περιεργάστηκε την Αβιέντα σαν να σκεφτόταν μήπως έπρεπε να τη συμπεριλάβει στη λίστα.
«Η Αβιέντα μπορεί να παραμείνει», είπε η Μοναέλ. «Έχει χάσει αρκετά μαθήματα κι, αργά ή γρήγορα, πρέπει να το μάθει αυτό». Η Σουμέκο ένευσε καταφατικά, αποδεχόμενη την παρουσία της Αβιέντα, αλλά διατήρησε εκείνο το ψυχρό κι ανυπόμονο βλέμμα απέναντι στην Ντυέλιν και στην Μπιργκίτε.
«Η Αρχόντισσα Ντυέλιν κι εγώ έχουμε να συζητήσουμε για κάποια πράγματα», είπε η Μπιργκίτε, παραχώνοντας τον διπλωμένο χάρτη κάτω από το κόκκινο πανωφόρι της καθώς κινούσε για την πόρτα. «Θα σου πω απόψε πού καταλήξαμε, Ηλαίην».
Η Ντυέλιν τής έριξε μια άγρια ματιά, σχεδόν εξίσου άγρια με εκείνη που είχε ρίξει στη Σουμέκο, αλλά άφησε το κρασοπότηρο σε έναν δίσκο, υποκλίθηκε στην Ηλαίην και περίμενε εμφανώς ανυπόμονη την Μπιργκίτε, η οποία είχε σκύψει και μουρμούριζε κάτι στο αυτί της Μοναέλ. Η Σοφή απαντούσε κοφτά αλλά εξίσου σιγανά. Τι ψιθύριζαν, άραγε; Πιθανόν να συζητούσαν το θέμα του κατσικίσιου γάλακτος.
Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω από την Τζίγκαν και τις άλλες δύο γυναίκες, η Ηλαίην προσφέρθηκε να σερβίρει κι άλλο κρασί, αφού αυτό περιείχε η —κρύα, πλέον— κανάτα, αλλά η Σουμέκο αρνήθηκε κοφτά κι η Μοναέλ ευγενικά, αν και κάπως αδιάφορα. Η Σοφή είχε καρφώσει το βλέμμα της στην Αβιέντα με τέτοια ένταση, ώστε η νεότερη γυναίκα άρχισε να κοκκινίζει και κοίταξε αλλού αδράχνοντας τη φούστα της.
«Δεν χρειάζεται να μαλώσεις την Αβιέντα για τα ρούχα που φοράει, Μοναέλ», είπε η Ηλαίην. «Εγώ της το ζήτησα και το έκανε ως χάρη».
Σουφρώνοντας τα χείλη της, η Μοναέλ σκέφτηκε πριν απαντήσει. «Οι πρωταδελφές πρέπει να κάνουν χάρες η μία στην άλλη», είπε τελικά. «Γνωρίζεις το καθήκον σου απέναντι στον λαό μας, Αβιέντα. Τα έχεις πάει καλά μέχρι τώρα, παρ’ όλο που είχες δύσκολο έργο μπροστά σου. Πρέπει να μάθεις να ζεις σε δύο κόσμους, άρα είναι πολύ σημαντικό να νιώθεις άνετα με αυτά τα ρούχα». Η Αβιέντα άρχισε να χαλαρώνει, μέχρι που η Μοναέλ συνέχισε. «Όχι, όμως, και τόσο άνετα. Από δω και πέρα, κάθε τρίτη μέρα και νύχτα θα μένεις στις σκηνές. Θα επιστρέψεις αύριο, μαζί μου. Έχεις πολλά να μάθεις ακόμα πριν γίνεις Σοφή, και μην ξεχνάς ότι είσαι δεμένη και με αυτό το καθήκον».