«Εμπρός», φώναξε δυνατά η Ηλαίην. Χρειάστηκε να υψώσει λίγο τη φωνή της για να ακουστεί πίσω από την πόρτα, έστω κι αν δεν υπήρχε ξόρκι.
Η Κάσεϊλ πέρασε το κεφάλι της από την είσοδο κρατώντας στο χέρι το πλουμιστό της καπέλο, κι ύστερα μπήκε ολόκληρη μέσα, κλείνοντας την πόρτα προσεκτικά πίσω της. Η λευκή δαντέλα στον λαιμό και στους καρπούς της ήταν ολοκαίνουργια, τα σιρίτια και τα λιοντάρια στην εσάρπα της λαμπύριζαν, ενώ ο θώρακάς της στραφτάλιζε λες κι είχε μόλις στιλβωθεί, αλλά ήταν προφανές ότι είχε επιστρέψει στα καθήκοντά της αμέσως μόλις καθαρίστηκε από το ολονύχτιο ταξίδι τους. «Συγγνώμη που διακόπτω, Αρχόντισσά μου, αλλά σκέφτηκα πως πρέπει να ενημερωθείς πάραυτα. Οι Θαλασσινές, όσες δηλαδή παρέμειναν, βρίσκονται σε παροξυσμό. Φαίνεται πως μια μαθητευόμενή τους χάθηκε».
«Τι άλλο;» ρώτησε η Ηλαίην. Μια χαμένη μαθητευόμενη ήταν από μόνο του άσχημο νέο, αλλά κάτι υπήρχε στο πρόσωπο της Κάσεϊλ που μαρτυρούσε ότι είχε να της πει κι άλλα.
«Η Φρουρός Αζέρι μού ανέφερε όλως τυχαίως ότι είδε τη Μέριλιλ Σεντάι να φεύγει από το παλάτι κάπου τρεις ώρες πριν», είπε η Κάσεϊλ διστακτικά. «Την ακολουθούσε μια γυναίκα με μανδύα και κουκούλα. Πήραν δύο άλογα κι ένα φορτωμένο μουλάρι για υποζύγιο. Η Γιούριθ λέει ότι τα χέρια της άλλης γυναίκας ήταν γεμάτα τατουάζ. Αρχόντισσά μου, δεν υπήρχε λόγος να ψάξει κανείς...»
Η Ηλαίην τής έκανε νόημα να σωπάσει. «Δεν είναι λάθος κανενός, Κάσεϊλ, και κανείς δεν πρόκειται να κατηγορηθεί για τίποτα». Όχι μεταξύ των Φρουρών, εν πάση περιπτώσει. Τα πράγματα μάλλον δυσκόλευαν. Η Τάλααν κι η Μετάρα, οι δύο μαθητευόμενες Ανεμοσκόποι, ήταν πολύ ισχυρές ως προς τη Δύναμη, κι αν η Μέριλιλ είχε καταφέρει να τις πείσει να προσπαθήσουν να γίνουν Άες Σεντάι, ίσως ήταν ικανή να πείσει τον εαυτό της πως, αν έπαιρνε μαζί της ένα κορίτσι για να το γράψει στο βιβλίο των μαθητευομένων, δικαιολογούνταν η υπεκφυγή εκ μέρους της για την υπόσχεση διδασκαλίας των Ανεμοσκόπων. Οι Θαλασσινές θα ήταν αναστατωμένες που έχασαν τη Μέριλιλ και κάτι παραπάνω από λυσσασμένες για τη μαθητευόμενη. Το μόνο σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι θα κατηγορούσαν τους πάντες, και περισσότερο απ’ όλους την Ηλαίην.
«Έχει διαδοθεί η είδηση για τη Μέριλιλ;» ρώτησε.
«Όχι ακόμα, Αρχόντισσά μου, αλλά όποιοι κι αν ήταν αυτοί που σέλωσαν τα άλογα και φόρτωσαν το μουλάρι, δεν πρόκειται να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Οι σταβλίτες δεν έχουν και πολλά να κουτσομπολέψουν». Άρα, τα πράγματα δεν δυσκόλευαν απλώς, αλλά έπαιρναν διαστάσεις πυρκαγιάς που γινόταν όλο και πιο απίθανο να καταλαγιάσει πριν φτάσει στους αχυρώνες.
«Ελπίζω να δειπνήσεις μαζί μου αργότερα, Μοναέλ», είπε η Ηλαίην, «αλλά με συγχωρείς τώρα». Άσχετα από το καθήκον απέναντι στη «μητέρα» της, δεν περίμενε τη συγκατάθεση της γυναίκας. Τουλάχιστον, αν κατάβρεχε τη φωτιά, ίσως να μην άρπαζαν οι αχυρώνες. Ίσως. «Κάσεϊλ, πληροφόρησε σχετικά την Μπιργκίτε και πες της να στείλει αμέσως μια διαταγή στις πύλες, να έχουν τον νου τους για τη Μέριλιλ. Ξέρω, ξέρω, μπορεί να βρίσκεται ήδη εκτός πόλεως, κι οι φρουροί της πύλης δεν πρόκειται να σταματήσουν μια Άες Σεντάι, αλλά ίσως την καθυστερήσουν και φοβίσουν τη σύντροφό της, αναγκάζοντάς τη να γυρίσει στην πόλη για να κρυφτεί. Σουμέκο, ζήτα από τη Ρεάνε να σου παραχωρήσει όποια γυναίκα του Σογιού δεν μπορεί να Ταξιδέψει, και πες τους ν’ αρχίσουν να ψάχνουν την πόλη. Δεν έχουμε πολλές ελπίδες, αλλά ίσως η Μέριλιλ σκέφτηκε πως ήταν πολύ προχωρημένη η μέρα για να ξεκινήσει. Κάνε έλεγχο σε κάθε πανδοχείο, συμπεριλαμβανομένου του Ασημένιου Κύκνου, και...»
Ήλπιζε ο Ραντ να είχε κάνει κάτι θαυμάσιο σήμερα, αλλά τώρα ήταν αδύνατον να σπαταλήσει χρόνο στη σκέψη αυτή. Είχε έναν θρόνο να κατακτήσει και να τα βγάλει πέρα με μερικές θυμωμένες Άθα’αν Μιέρε, προτού ξεσπούσαν επάνω της. Εν ολίγοις, ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες από τότε που είχε επιστρέψει στο Κάεμλυν. Γεμάτη.
15
Η Συνάθροιση του Σκότους
Ο ήλιος του απογεύματος έμοιαζε με αιμάτινη μπάλα πάνω από τις κορυφές των δέντρων, ρίχνοντας ένα μακάβριο φως στον καταυλισμό, μια φαρδιά απλωσιά από σειρές αλόγων, αμαξών καλυμμένων με καραβόπανα, κάρων με ψηλούς τροχούς και σκηνές κάθε λογής, με το ποδοπατημένο χιόνι ανάμεσά τους να έχει μετατραπεί σε λάσπη. Δεν ήταν ούτε η κατάλληλη ώρα ούτε το κατάλληλο μέρος για να βρεθεί η Ελένια καβάλα στο άλογο. Η οσμή του βραστού βοδινού που αναδιδόταν από τα μεγάλα μαύρα σιδερένια τσουκάλια αρκούσε για να της ανακατέψει το στομάχι. Ο παγερός αγέρας άλλαζε τις ανάσες της σε πάχνη κι υποσχόταν άλλο ένα δριμύ βράδυ, ενώ ο άνεμος διαπερνούσε τον όμορφο άλικο μανδύα της, αδιαφορώντας για την παχιά φόδρα της πολυτελούς λευκής γούνας. Υποτίθεται πως η γούνα της χιοναλεπούς ήταν πιο ζεστή από άλλες, αλλά η Ελένια δεν είχε διαπιστώσει κάτι τέτοιο.