Κρατώντας κλειστό τον μανδύα της με το ένα γαντοφορεμένο χέρι της, προχωρούσε αργά πασχίζοντας —με ελάχιστη επιτυχία— να μην τρέμει. Δεδομένης της ώρας, πιθανότατα θα διανυκτέρευε εδώ, αλλά μέχρι στιγμής δεν είχε ιδέα πού θα κοιμόταν. Στη σκηνή κάποιου κατώτερου ευγενούς, αναμφίβολα, με τον άρχοντα ή την αρχόντισσα να τα μαζεύει εσπευσμένα, προσπαθώντας να βρει αλλού καταφύγιο και ταυτόχρονα να μη φανεί προσβεβλημένος που είχε διωχθεί από το κατάλυμά του. Η Αρυμίλα απολάμβανε να την έχει σε αναμμένα κάρβουνα μέχρι την τελευταία στιγμή, σχετικά με τα κρεβάτια τουλάχιστον, αλλά και για διάφορα άλλα θέματα. Πάνω που μια αβεβαιότητα διαλυόταν, ξεπηδούσε αμέσως κάποια άλλη. Ήταν ολοφάνερο ότι η γυναίκα πίστευε πως η διαρκής ανασφάλεια θα εκνεύριζε την Ελένια, αναγκάζοντας την τελικά να καταφύγει ακόμα και στα παρακάλια. Κι αυτό δεν ήταν το μόνο που η Αρυμίλα είχε λογαριάσει λανθασμένα. Κατ’ αρχάς, πίστευε πως η Ελένια Σάραντ είχε πάψει πλέον να δείχνει τα δόντια της.
Είχε μόνο τέσσερις άντρες ως συνοδεία, με τους δύο κεντητούς Χρυσούς Κάπρους στους μανδύες τους —και την Τζάνυ, φυσικά, την υπηρέτριά της, η οποία είχε τυλιχτεί τόσο σφιχτά στον μανδύα της, ώστε έμοιαζε με δεμάτι από πράσινο μαλλί στοιβαγμένο στη σέλα— αλλά δεν είχε δει ούτε έναν άνθρωπο στον καταυλισμό για τον οποίο πίστευε πως διατηρούσε κάποια ψίχουλα αφοσίωσης απέναντι στους Σάραντ. Εδώ κι εκεί, ομάδες αντρών ήταν μαζεμένες γύρω από τη φωτιά, με τις πλύστρες και τις ράφτρες να επιδεικνύουν την Κόκκινη Αλεπού του Οίκου Άνσαρ, ενώ μια διπλή συστοιχία ιππέων που έφεραν το Φτερωτό Σφυρί του Οίκου Μπάρυν την προσπέρασε από την αντίθετη κατεύθυνση προχωρώντας αργά, με πρόσωπα σκληρά πίσω από τις περικεφαλαίες τους. Σε τελική ανάλυση όμως, δεν μετρούσαν και πολύ. Ο Κάριντ κι ο Λιρ είχαν τσουρουφλιστεί άσχημα όταν, εξαιτίας της καθυστέρησής τους, η Μοργκέις πήρε τον θρόνο. Αυτή τη φορά, οι Οίκοι Άνσαρ και Μπάρυν θα τάσσονταν υπέρ όποιας τους συνέφερε την κατάλληλη στιγμή, εγκαταλείποντας την Αρυμίλα με την ίδια προθυμία που την είχαν υποστηρίξει αρχικά. Θα ερχόταν κι αυτή η ώρα.
Οι περισσότεροι άντρες που διέσχιζαν με κόπο το λασπωμένο χιόνι ή έριχναν ματιές όλο λαχτάρα σ’ εκείνα τα αηδιαστικά τσουκάλια, ήταν στρατολογημένοι αγρότες ή χωρικοί που μαζεύτηκαν μόλις ο άρχοντας ή η αρχόντισσά τους αποφάσισαν να ξεκινήσουν. Ελάχιστοι έφεραν το έμβλημα κάποιου Οίκου ή κάτι ανάλογο στα άθλια πανωφόρια τους και τους χιλιομπαλωμένους μανδύες τους. Ήταν σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσεις τους υποτιθέμενους στρατιώτες από τους πεταλωτές και τους κατασκευαστές βελών, μια κι όλοι είχαν ζωστεί σπαθιά και τσεκούρια. Μα το Φως, δεν ήταν λίγες οι γυναίκες που έφεραν μάχαιρες, αρκετά μεγάλες για να αποκαλούνται κοντόσπαθα, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να ξεχωρίσεις τη στρατολογημένη σύζυγο ενός αγρότη από αυτήν ενός καροτσέρη. Φορούσαν τα ίδια χοντρά μάλλινα ρούχα κι είχαν παρόμοια, τραχιά χέρια κι αποκαμωμένα πρόσωπα. Ούτως ή άλλως, δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Αυτή η χειμερινή πολιορκία ήταν ένα τραγικό λάθος —οι οπλίτες θα πεινούσαν πολύ πριν πεινάσει η πόλη— αλλά παρουσίαζε μια ευκαιρία στην Ελένια και, όταν σου παρουσιάζεται μια ευκαιρία, την αρπάζεις. Έχοντας την κουκούλα της ριγμένη πίσω, ώστε να φαίνονται καθαρά τα χαρακτηριστικά της, παρά τον παγερό αέρα, ένευε γενναιόδωρα σε κάθε άπλυτο αγροίκο που τύγχανε να κοιτάξει προς το μέρος της, αγνοώντας τα έκπληκτα βλέμματα που ακολουθούσαν τη συγκατάβασή της.
Οι πιο πολλοί θα θυμούνταν την προσήνειά της, όπως και τους Χρυσούς Κάπρους που φορούσαν οι συνοδοί της, και θα είχαν να το λένε ότι η Ελένια Σάραντ τούς είχε δώσει προσοχή. Σε τέτοια θεμέλια χτίζεται η ισχύς. Μια Υψηλή Έδρα, όπως και μια βασίλισσα, βρισκόταν στην κορυφή ενός πύργου χτισμένου από ανθρώπους. Ναι, ήταν αλήθεια ότι όσοι βρίσκονταν στη βάση του πύργου δεν ήταν παρά απλά, πήλινα τούβλα, αλλά αν τσακίζονταν αυτά, ο πύργος θα κατέρρεε, κάτι που μάλλον είχε ξεχάσει η Αρυμίλα, αν δηλαδή το ήξερε ποτέ. Η Ελένια αμφέβαλλε για το αν η Αρυμίλα καταδεχόταν να μιλήσει σε κάποιον κατώτερο από οικονόμο ή προσωπικό υπηρέτη. Αν ήταν κάπως... συνετή... θα είχε πει δυο-τρεις κουβέντες σε όσους ήταν μαζεμένοι γύρω από τις φωτιές του καταυλισμού, θα αντάλλασσε πού και πού καμιά χειραψία με κάποιο βρωμερό χέρι, όλο και κάποιον θα θυμόταν που είχε συναντήσει και στο παρελθόν, ή τουλάχιστον θα υποκρινόταν αρκετά καλά για να μην προδοθεί. Με λίγα λόγια, η Αρυμίλα δεν ήταν φτιαγμένη για βασίλισσα.