Ο καταυλισμός κάλυπτε μεγαλύτερο έδαφος από τις περισσότερες πόλεις, μοιάζοντας πιότερο με ένωση καταυλισμών διαφόρων μεγεθών παρά με έναν, οπότε η Ελένια ήταν ελεύθερη να σεργιανίζει χωρίς να ανησυχεί μήπως βρεθεί κοντά στα εξωτερικά όρια, μα ούτως ή άλλως πρόσεχε. Οι φρουροί των συνόρων θα ήταν μάλλον ευγενικοί απέναντι της, εκτός κι αν ήταν εντελώς ηλίθιοι, αν και σίγουρα θα είχαν λάβει τις σχετικές διαταγές. Γενικώς, ενέκρινε τους ανθρώπους που ενεργούσαν βάσει όσων τους έλεγαν, αλλά καλύτερα να απέφευγε κάποια περιστατικά που ίσως θα την έφερναν σε δύσκολη θέση. Ειδικά λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις συνέπειες που θα υφίστατο αν η Αρυμίλα θεωρούσε πως προσπαθούσε να το σκάσει. Είχε ήδη αναγκαστεί να υπομείνει μια παγωμένη νύχτα, κοιμώμενη στη βρώμικη σκηνή ενός στρατιώτη —ένα κατ’ ευφημισμόν καταφύγιο— γεμάτη ζωύφια και τρύπες με πρόχειρα μπαλώματα, για να μην αναφέρουμε την έλλειψη της Τζάνυ, η οποία θα τη βοηθούσε να ντυθεί και να ζεσταθεί λίγο παραπάνω εξαιτίας της απαράδεκτης έλλειψης κουβερτών, κι αυτό ήταν το λιγότερο. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν θεωρούσε την Αρυμίλα αρκετά έξυπνη ώστε να δώσει σημασία. Μα το Φως, πόσο εκνευριστικό ήταν να πρέπει να προσέχει τι κάνει και τι λέει μπροστά σε αυτό το... νιάνιαρο με μυαλό μπιζελιού! Τράβηξε τον μανδύα επάνω της, προσπαθώντας να προσποιηθεί πως τα ρίγη που ένιωθε ήταν η αντίδραση του κορμιού της στον άνεμο. Υπήρχαν κι άλλα πράγματα, πολύ πιο σπουδαία, που έπρεπε να σκεφτεί. Ένευσε προς το μέρος ενός γουρλομάτη νεαρού με ένα σκούρο μαντίλι τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι του, κι εκείνος οπισθοχώρησε λίγο, λες και τον αγριοκοίταξε. Ανόητε χωριάτη!
Συγχυζόταν στη σκέψη ότι, ελάχιστα μίλια πιο μακριά, εκείνο το μυξιάρικο, η Ηλαίην, απολάμβανε την άνεση και τη θαλπωρή του Βασιλικού Παλατιού, έχοντας δεκάδες υπηρέτες στη διάθεσή της να την περιποιούνται, με μοναδική έγνοια τι θα φορούσε στο δείπνο που είχαν ετοιμάσει οι μάγειροι του παλατιού. Οι φήμες έλεγαν πως ήταν έγκυος, μάλλον από κανέναν Φρουρό. Μπορεί να ήταν κι έτσι. Η Ηλαίην δεν είχε μεγαλύτερη αίσθηση αξιοπρέιπειας από τη μάνα της. Ο εγκέφαλος της ιστορίας ήταν η Ντυέλιν, κοφτερό μυαλό κι επικίνδυνη γυναίκα, παρά την αξιοθρήνητη έλλειψη φιλοδοξίας. Πιθανότατα, έπαιρνε συμβουλές από Άες Σεντάι. Μέσα σε όλη αυτή την άτοπη φημολογία, θα έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον μία αληθινή Άες Σεντάι.
Με τόσα παραμύθια να κυκλοφορούν εκτός πόλεως, δύσκολα ξεχώριζε κανείς πλέον την πραγματικότητα από την ανοησία —Θαλασσινές που έφτιαχναν τρύπες στον αέρα; Βλακείες!— ήταν ξεκάθαρο, ωστόσο, ότι ο Λευκός Πύργος ήθελε να τοποθετήσει στον θρόνο κάποια δικιά του. Γιατί όχι, άλλωστε; Η Ταρ Βάλον ήταν απολύτως πρακτική σε τέτοιου είδους θέματα. Τα ιστορικά γεγονότα, εξάλλου, αποδείκνυαν ότι όποια γυναίκα κατακτούσε τον Θρόνο του Λιονταριού, είχε εξ αρχής την εύνοια του Πύργου. Οι Άες Σεντάι δεν θα έχαναν τις επαφές τους με το Άντορ από έλλειψη ευστροφίας, ειδικά αν ο Πύργος ήταν διασπασμένος. Η Ελένια ήταν σίγουρη γι’ αυτό όσο σίγουρη ήταν για το όνομά της. Μάλιστα, αν τα μισά απ’ όσα είχε ακούσει για την κατάσταση στον Πύργο ίσχυαν, η επόμενη Βασίλισσα του Άντορ θα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει ό,τι θέλει, με αντάλλαγμα να διατηρήσει ακέραιη αυτή την επαφή. Εν πάση περιπτώσει, καμία δεν επρόκειτο να φορέσει το Ρόδινο Στέμμα πριν από το καλοκαίρι, το νωρίτερο. Μέχρι τότε, πολλά μπορούσαν να έχουν αλλάξει. Πάρα πολλά.
Συμπλήρωνε τον δεύτερο γύρο του καταυλισμού όταν το θέαμα μιας άλλης έφιππης ομάδας ακριβώς μπροστά της, που προχωρούσε αργά ανάμεσα στις σκόρπιες φωτιές της προηγούμενης νύχτας, την έκανε να συνοφρυωθεί και να τραβήξει απότομα τα γκέμια. Οι γυναίκες φορούσαν μανδύες και τα κεφάλια τους καλύπτονταν από κουκούλες, ενώ κάποια φορούσε γαλάζια μετάξια με φόδρα μαύρης γούνας και μια άλλη ένα απέριττο γκρίζο μάλλινο, αλλά το σχήμα των ασημένιων Τριπλών Κλειδιών ξεχώριζε πάνω στους χιτώνες των τεσσάρων οπλιτών, μαρτυρώντας πού ανήκαν. Η Ελένια προτιμούσε να συναντήσει οποιονδήποτε άλλον παρά τη Νάεαν Άρων. Τέλος πάντων, αφού η Αρυμίλα δεν τους είχε απαγορέψει κιόλας να συναντιούνται χωρίς εκείνη —η Ελένια άκουγε τα δόντια της να τρίζουν και πιέστηκε για να φανεί ψύχραιμη— ίσως ήταν καλύτερο προς το παρόν να μη ζορίσει τα πράγματα, ειδικά από τη στιγμή που μια τέτοια συνάντηση δεν προεξοφλούσε κανένα πιθανό πλεονέκτημα.
Δυστυχώς, η Νάεαν την πρόσεξε πριν προλάβει να απομακρυνθεί. Η γυναίκα μίλησε κάπως βιαστικά στη συνοδεία της κι, ενώ οι οπλίτες κι οι υπηρέτριες υποκλίνονταν ακόμα πάνω στις σέλες τους, σπιρούνισε το άλογά της και κίνησε προς το μέρος της Ελένια με γρήγορο τροχασμό, που έκανε τις οπλές του μαύρου μουνουχιού να σηκώνουν μάζες ολόκληρες από βόρβορο. Που να την κάψει το Φως, την ανόητη! Από την άλλη, ό,τι κι αν ήταν αυτό που ωθούσε σε τέτοια απερισκεψία τη Νάεαν, ίσως είχε κάποια αξία, άρα καλό θα ήταν να το μάθει, για να μην αποδειχτεί επικίνδυνο επειδή δεν το πληροφορήθηκε. Έτσι κι αλλιώς, η αναζήτηση είχε τους δικούς της κινδύνους.