Выбрать главу

«Μείνετε εδώ και να θυμάστε ότι δεν είδατε τίποτα», είπε κοφτά η Ελένια στην πενιχρή συνοδεία της, τσιγκλώντας τα πλευρά του Αυγινού Ανέμου χωρίς να περιμένει απόκριση. Δεν είχε ανάγκη από περίτεχνες υποκλίσεις κάθε φορά που γύριζε, ούτε τίποτα παραπάνω από στοιχειώδη ευπρέπεια, κι οι δικοί της κάτι ήξεραν που έκαναν μονάχα ό,τι τους πρόσταζε. Για όλους τους άλλους έπρεπε να ανησυχεί, που να τους πάρει και να τους σηκώσει! Καθώς το μακροκάνικο καστανοκόκκινο ζώο της ξεπήδησε μπροστά, ο μανδύας έφυγε από τα χέρια της κι αφέθηκε να ανεμίζει πίσω της σαν άλικο λάβαρο του Σάραντ. Αρνήθηκε να τον μαζέψει, αφήνοντάς τον να ανεμίζει μπροστά στους αγρότες και το Φως μονάχα ήξερε ποιους άλλους, ενώ ο αέρας την περόνιαζε μέσα από το φόρεμα ιππασίας, προκαλώντας της ακόμα περισσότερο εκνευρισμό.

Η Νάεαν, τουλάχιστον, ήταν αρκετά λογική ώστε να επιβραδύνει και να τη συναντήσει στα μισά της διαδρομής, δίπλα από ένα ζευγάρι βαρυφορτωμένων αμαξών, με τους άδειους άξονες τους να κείτονται στον βόρβορο. Η πλησιέστερη φωτιά βρισκόταν σε απόσταση είκοσι βημάτων περίπου κι οι κοντινότερες σκηνές ακόμα πιο μακριά, με τις υφασμάτινες εισόδους τους δεμένες σφιχτά εξαιτίας του κρύου. Οι άντρες γύρω από τη φωτιά είχαν συγκεντρώσει την προσοχή τους στο μεγάλο σιδερένιο τσουκάλι που άχνιζε πάνω από τις φλόγες, κι αν η μπόχα του ήταν αρκετή για να προκαλεί τάση εμετού στην Ελένια, τουλάχιστον ο άνεμος που κουβαλούσε αυτή την μπόχα θα έπαιρνε τα αδέσποτα λόγια μακριά από τα αυτιά τους. Καλό θα ήταν δε, να επρόκειτο για σημαντικά λόγια.

Με πρόσωπο ωχρό σαν ελεφαντόδοντο και πλαισιωμένο από τη μαύρη γούνα, η Νάεαν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί όμορφη από κάποιους, παρά την έντονη υποψία αγριότητας γύρω από το στόμα της και τα μάτια της, που ήταν ψυχρά σαν γαλάζιος πάγος. Ευθυτενής και φαινομενικά ψύχραιμη, έμοιαζε ανεπηρέαστη από τα γεγονότα. Η ανάσα της, σταθερή και κανονική, έβγαινε σαν λευκή ομίχλη. «Μήπως ξέρεις πού πρόκειται να κοιμηθούμε απόψε;» ρώτησε παγερά.

Η Ελένια δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει το άγριο βλέμμα της. «Αυτό ήθελες;» είπε, ριψοκινδυνεύοντας τη δυσαρέσκεια της Αρυμίλα εξαιτίας μιας άμυαλης ερώτησης! Και μόνο η σκέψη ότι η Αρυμίλα θα μπορούσε να δυσαρεστηθεί απέναντι της, κι ότι αυτό έπρεπε οπωσδήποτε να αποφευχθεί, την έκανε να γρυλίσει. «Ό,τι ξέρεις, ξέρω, Νάεαν». Τράβηξε τα γκέμια, έτοιμη να στρέψει αλλού το άλογό της, όταν η Νάεαν μίλησε ξανά, κάπως πιο φορτισμένα αυτή τη φορά.

«Μη μου κάνεις τη χαζή, Ελένια. Και μη μου πεις ότι δεν είσαι έτοιμη, όσο κι εγώ, να κάνεις τα πάντα για να δραπετεύσεις από αυτή την παγίδα. Λοιπόν, μπορούμε τουλάχιστον να διατηρήσουμε μια επίφαση ευγένειας;»

Η Ελένια κράτησε τον Αυγινό Άνεμο στραμμένο κατά το ήμισυ αντίθετα από την άλλη γυναίκα, την οποία κοίταξε πλάγια πάνω από το γούνινο γαρνίρισμα της κουκούλας της. Έτσι, μπορούσε να παρατηρεί και τους άντρες που συνωστίζονταν γύρω από την πλησιέστερη φωτιά. Δεν έφεραν εμβλήματα κανενός Οίκου. Θα μπορούσαν να ανήκουν οπουδήποτε. Πού και πού, όλο και κάποιος έβαζε τις γυμνές παλάμες του κάτω από τις μασχάλες του ρίχνοντας ματιές προς τις δύο έφιππες κυρίες, αλλά το πραγματικό τους ενδιαφέρον ήταν να ανασκαλεύουν τη φωτιά, για να ζεσταθούν και να βράσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα το βοδινό, ώστε να γίνει κάτι που να μοιάζει τουλάχιστον με χυλό. Έδειχναν ικανοί να καταβροχθίσουν τα πάντα.

«Θαρρείς πως μπορείς να δραπετεύσεις;» τη ρώτησε σιωπηλά. Καλή η ευγένεια, αλλά όχι εις βάρος τού να παραμείνουν εδώ, διακινδυνεύοντας να τις δουν πέρα απ’ όσο ήταν απαραίτητο. Αν, όμως, η Νάεαν μπορούσε να βρει κάποιον άλλο τρόπο... «Πώς; Η εγγύηση που υπέγραψες για να υποστηρίξεις τον Οίκο Μάρνε έχει ήδη αναρτηθεί στο μισό Άντορ. Πέραν τούτου, μη νομίζεις πως η Αρυμίλα θα σου επιτρέψει να φύγεις έτσι απλά». Η Νάεαν μόρφασε κι η Ελένια δεν κατάφερε να συγκρατήσει ένα σφιγμένο χαμόγελο. Μάλλον η πρώτη ήταν περισσότερο επηρεασμένη απ’ ό,τι έδειχνε, αν και κατόρθωσε να διατηρήσει ομοιόμορφο τόνο στη φωνή της.

«Είδα τον Τζάριντ χθες, Ελένια. Ακόμα κι από απόσταση, έμοιαζε με αστροπελέκι, καλπάζοντας τόσο γρήγορα, που λίγο ακόμα, και θα έσπαγε και τον δικό του λαιμό αλλά και του αλόγου. Επειδή ξέρω τον σύζυγο σου, θα έλεγα πως ψάχνει να βρει τρόπο να σε κρατήσει μακριά από αυτό. Για χάρη σου, θα έφτυνε κατάμουτρα ακόμη και τον ίδιο τον Εκοτεινό». Αυτό ήταν αλήθεια. «Είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνεις πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα αν αποτελούσα κι εγώ μέρος του σχεδίου».