«Ο σύζυγός μου υπέγραψε την ίδια εγγύηση μ’ εσένα, Νάεαν, κι είναι τίμιος άνθρωπος». Τόσο τίμιος, ώστε συχνά του έβγαινε σε κακό, αλλά η επιθυμία της Ελένια τον καθοδηγούσε πριν ακόμα πάρουν τους γαμήλιους όρκους. Ο Τζάριντ είχε υπογράψει την εγγύηση μόνο και μόνο επειδή την είχε ετοιμάσει η ίδια και κατόπιν δικής της παρότρυνσης. Έτσι όπως είχαν τα πράγματα, βέβαια, η Ελένια δεν είχε και πολλές επιλογές, άσε που ο Τζάριντ θα μπορούσε να την αποκηρύξει, έστω κι απρόθυμα, αν η γυναίκα ήταν αρκετά τρελή ώστε να του ζητήσει κάτι τέτοιο. Βέβαια, ήταν κάπως δύσκολο να του αποκαλύψει τι ακριβώς ήθελε τη συγκεκριμένη στιγμή. Η Αρυμίλα ήταν πολύ προσεκτική και δεν την άφηνε να τον πλησιάσει ούτε σε απόσταση μιλίου. Ήλεγχε απολύτως την κατάσταση —λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις περιστάσεις— όμως έπρεπε να πληροφορήσει τον Τζάριντ για τα καθέκαστα, αν μη τι άλλο για να μην του επιτρέψει να την «κρατήσει μακριά από αυτό». Ο άντρας της ήταν ικανός όχι μόνο να φτύσει τον Σκοτεινό, αλλά να καταστρέψει και τους δύο αν πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα τη βοηθούσε, κάτι που θα έκανε ακόμα κι αν ήξερε ότι αυτό σήμαινε τον αφανισμό τους.
Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να μην επιτρέψει στην απογοήτευση και στην οργή να αναβλύσουν ξαφνικά από μέσα της και να φανούν στα χαρακτηριστικά της, αλλά τελικά κάλυψε την ένταση με ένα χαμόγελο. Ήταν ιδιαίτερα περήφανη που μπορούσε να χαμογελάει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, αλλά το συγκεκριμένο χαμόγελο χρωματιζόταν από έκπληξη. Και περιφρόνηση. «Δεν σχεδιάζω τίποτα, Νάεαν, ούτε κι ο Τζάριντ, είμαι βέβαιη. Αλλά κι αν το έκανα, γιατί να σε συμπεριλάβω;»
«Γιατί, αν δεν συμπεριληφθώ σ’ αυτά τα σχέδια», αποκρίθηκε κοφτά η Νάεαν, «η Αρυμίλα θα μάθει τα πάντα. Μπορεί να είναι ανόητη και να μην ξέρει τι της γίνεται, αλλά δεν δυσκολεύεται να καταλάβει κάτι από τη στιγμή που θα της το επισημάνεις. Εσύ δε, θα βρεθείς να μοιράζεσαι την ίδια σκηνή με τον μνηστήρα σου κάθε νύχτα, για να μην αναφέρω ότι θα προστατεύεσαι από τους οπλίτες του».
Το χαμόγελο της Ελένια έσβησε, αλλά η φωνή της έγινε πάγος, που συναγωνιζόταν τον όγκο που ένιωσε ξαφνικά στο στομάχι της. «Καλύτερα να προσέχεις τι λες, αλλιώς η Αρυμίλα θα ζητήσει από τους Ταραμπονέζους να ασχοληθούν ξανά μαζί σου. Αυτό μπορώ να σ’ το εγγυηθώ».
Αν και φάνταζε αδύνατον, το πρόσωπο της Νάεαν χλώμιασε κι άλλο. Ταλαντεύτηκε στη σέλα της κι έπιασε το μπράτσο της Ελένια, λες και κόντευε να πέσει. Μια ριπή αέρα τίναξε τον μανδύα της κι εκείνη τον άφησε να ανεμίζει. Τα μέχρι πρότινος ψυχρά μάτια τώρα είχαν γουρλώσει κι η γυναίκα δεν κατέβαλλε καμία προσπάθεια να κρύψει τον φόβο της. Ίσως δεν μπορούσε να τον κρύψει πλέον. Η φωνή της ακούστηκε αδύναμη και πανικόβλητη. «Ελένια, ξέρω πολύ καλά ότι εσύ κι ο Τζάριντ σκαρώνετε κάτι. Το ξέρω! Πάρε με μαζί σου κι εγώ... θα εγγυηθώ τη βοήθεια του Άρων μόλις μπορέσω να ελευθερωθώ από την Αρυμίλα». Για να κάνει τέτοια προσφορά, θα πρέπει να ήταν πραγματικά τρομαγμένη.
«Θες να τραβήξεις κι άλλο την προσοχή;» τη ρώτησε κοφτά η Ελένια, ελευθερώνοντας το μπράτσο της από την αρπάγη της Νάεαν. Ο Αυγινός Άνεμος και το μαύρο μουνούχι κινήθηκαν νευρικά, σαν να χόρευαν, διαισθανόμενα τη διάθεση των γυναικών, κι η Ελένια τράβηξε απότομα τα γκέμια του καστανοκόκκινου ζώου της για να το τιθασεύσει. Δύο από τους άντρες γύρω από τη φωτιά χαμήλωσαν απότομα το βλέμμα τους. Βλέποντας δύο γυναίκες της τάξης των ευγενών να λογομαχούν στο γκριζωπό απόγευμα, έκριναν ως προτιμότερο να μην τραβήξουν μέρος αυτής της οργής πάνω τους. Ναι, αυτό θα πρέπει να ήταν. Μπορεί να διηγούνταν διάφορες ιστορίες, αλλά δεν ήταν τόσο ανόητοι ώστε να ανακατευτούν στις διαφωνίες των ανωτέρων τους.
«Δεν κάνω σχέδια... απόδρασης. Κανένα απολύτως», είπε ακόμη πιο χαμηλόφωνα η Ελένια. Τραβώντας τον μανδύα ακόμα πιο σφιχτά επάνω της, έστρεψε ήρεμα το κεφάλι της για να ελέγξει τις άμαξες και τις πλησιέστερες σκηνές. Αν η Νάεαν είχε τρομοκρατηθεί αρκετά... και μόλις παρουσιαζόταν η ευκαιρία... Κανείς δεν βρισκόταν αρκετά κοντά για να κρυφακούσει, αλλά εξακολούθησε να μιλάει στον ίδιο τόνο. «Βέβαια, μπορεί ν’ αλλάξουν τα πράγματα, πού ξέρεις; Αν γίνει κάτι τέτοιο, σου υπόσχομαι υπό το Φως κι έχοντας ελπίδα αναγέννησης ότι δεν θα φύγω δίχως εσένα». Η Νάεαν ξαφνιάστηκε κι η ελπίδα φούντωσε στο πρόσωπό της. Τώρα ήταν η ευκαιρία. «Όλα αυτά θα γίνουν αν έχω στην κατοχή μου μια επιστολή γραμμένη από το χέρι σου, με σφραγίδα και υπογραφή, στην οποία θα δηλώνεις ρητά ότι αποκηρύσσεις την υποστήριξη σου στον Οίκο Μάρνε κι ότι ορκίζεσαι ο Οίκος Άρων να με βοηθήσει να ανέβω στον θρόνο. Υπό το Φως και με τη δική σου ελπίδα αναγέννησης. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο».