Ο ήλιος ήταν πλέον ένα κοκκινωπό στεφάνι πάνω από τις κορυφές των δέντρων, οπότε είχε έρθει η ώρα να βρει την Αρυμίλα, για να της πει πού θα κοιμόταν απόψε. Μακάρι να της έβρισκε ένα αξιοπρεπές κρεβάτι μέσα σε μια ζεστή σκηνή χωρίς πολύ καπνό, μ’ ένα καθώς πρέπει δείπνο προηγουμένως. Ούτως ή άλλως, στην παρούσα φάση, δεν μπορούσε να ζητήσει περισσότερα. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, η διάθεσή της δεν άλλαξε στο ελάχιστο. Όχι μόνο ένευε στις παρέες των αντρών και των γυναικών που την προσπερνούσαν, αλλά τους χαμογελούσε κιόλας, ενώ κάποιες φορές τους χαιρετούσε ανασηκώνοντας το χέρι της. Τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα για πρώτη φορά εδώ κι αρκετό καιρό. Η Νάεαν όχι μόνο δεν μετρούσε πια ως αντίπαλος στο ζήτημα του θρόνου, αλλά είχε υποταχθεί κιόλας, κι αυτό ίσως ήταν αρκετό —και θα έπρεπε να είναι!— για να τραβήξει τον Κάριντ και τον Λιρ. Άλλωστε, δεν ήταν λίγοι αυτοί που θα επιθυμούσαν να δουν στον θρόνο οποιαδήποτε άλλη εκτός από μία ακόμη Τράκαντ. Η Ελόριεν, για παράδειγμα. Η Μοργκέις είχε διατάξει να τη μαστιγώσουν! Η Ελόριεν δεν θα υποστήριζε ποτέ μια Τράκαντ. Η Ήμλυν, η Αραθέλε κι ο Αμπέλε πιθανότατα, καθένας με τα δικά του παράπονα, τα οποία μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ίσως το ίδιο να ίσχυε και για τον Πέλιβαρ ή τον Λούαν. Η Ελένια είχε συντονίσει τους αισθητήρες της. Δεν σκόπευε να χαραμίσει το πλεονέκτημα του Κάεμλυν, όπως είχε κάνει εκείνο το τρελοκόριτσο, η Ηλαίην. Ιστορικά, η κατοχή του Κάεμλυν αρκούσε για να έχει κάποια την υποστήριξη τουλάχιστον τεσσάρων-πέντε Οίκων.
Σίγουρα το κλειδί ήταν ο συγχρονισμός, ειδάλλως το πλεονέκτημα θα ήταν με το μέρος της Αρυμίλα, αν κι η Ελένια ήδη έβλεπε τον εαυτό της καθισμένο στον Θρόνο του Λιονταριού, με τις Υψηλές Έδρες να γονατίζουν μπροστά της και να ορκίζονται αφοσίωση. Είχε ήδη έτοιμη τη λίστα με τις Υψηλές Έδρες που θα έπρεπε να αντικατασταθούν. Κανείς απ’ όσους της είχαν πάει κόντρα δεν θα μπορούσε να της δημιουργήσει προβλήματα στο μέλλον. Μια σειρά τυχαίων ατυχημάτων θα φρόντιζαν επ’ αυτού. Κρίμα που δεν μπορούσε να διαλέξει τους αντικαταστάτες, αλλά τα ατυχήματα μπορούσαν να συμβαίνουν με εκπληκτική συχνότητα.
Οι μακάριοι συλλογισμοί της διακόπηκαν από τον λιπόσαρκο άντρα που εμφανίστηκε ξαφνικά δίπλα της πάνω σε ένα ρωμαλέο φαιόχρωμο άλογο. Τα μάτια του έλαμπαν πυρετικά στο φως που έσβηνε σιγά-σιγά. Για κάποιον λόγο, ο Νάσιν είχε περάσει κλαδάκια από πράσινο έλατο στα αραιά λευκά μαλλιά του, δίνοντας την εντύπωση ότι μόλις είχε σκαρφαλώσει σε δέντρο. Το κόκκινο μεταξωτό πανωφόρι κι ο μανδύας του είχαν κεντηθεί με φανταχτερά άνθη, μοιάζοντας με χαλιά από το Ίλιαν. Ήταν γελοίος. Ήταν, επίσης, η Υψηλή Έδρα του ισχυρότερου Οίκου στο Άντορ. Και ήταν αρκετά παλαβός. «Ελένια, αγαπημένε μου θησαυρέ», γκάριξε σκορπίζοντας τριγύρω σάλια, «είσαι το γλυκύτερο θέαμα για τα μάτια μου. Μπροστά σου, το μέλι φαντάζει μπαγιάτικο και τα τριαντάφυλλα βαρετά».
Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, η Ελένια τράβηξε βιαστικά τα γκέμια του Αυγινού Ανέμου, αναγκάζοντας το ζώο να κινηθεί προς τα πίσω και δεξιά, τοποθετώντας την καφετιά φοράδα της Τζάνυ ανάμεσα στον εαυτό της και στον άντρα. «Δεν είμαι μνηστή σου, Νάσιν», του αποκρίθηκε κοφτά, εκνευρισμένη που είχε χρειαστεί να φωνάξει και να την ακούσουν όλοι. «Είμαι παντρεμένη, τρελόγερε! Περιμένετε!» πρόσθεσε ανασηκώνοντας το χέρι της.
Η επιτακτική διαταγή κι η χειρονομία αφορούσε στους οπλίτες της, οι οποίοι είχαν ήδη αδράξει τις λαβές των σπαθιών τους κι αγριοκοίταζαν τον Νάσιν. Τριάντα-σαράντα άντρες με το Ξίφος και το Άστρο του Οίκου Κάερεν ακολουθούσαν τον άντρα και δεν θα δίσταζαν να πετσοκόψουν οποιονδήποτε πίστευαν πως απειλεί την Υψηλή Έδρα τους. Μερικοί, μάλιστα, είχαν ήδη μισοτραβήξει τις λεπίδες τους. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν θα έκαναν κακό στην Ελένια. Ο Νάσιν θα τους κρεμούσε μέχρι τον τελευταίο αν έβλεπε επάνω της έστω και μία μελανιά. Μα το Φως, δεν ήξερε αν έπρεπε να κλάψει ή να γελάσει.
«Εξακολουθείς να φοβάσαι εκείνον τον νεαρό μπουνταλά, τον Τζάριντ;» ρώτησε απαιτητικά ο Νάσιν, στρέφοντας το άλογά του προς το μέρος της. «Δεν έχει κανένα δικαίωμα να σ’ ενοχλεί. Ο καλύτερος κέρδισε, και θα πρέπει να το παραδεχτεί. Θα τον καλέσω σε μονομαχία!» Με το ένα του χέρι, εμφανώς κοκαλιάρικο ακόμα και μέσα σε αυτό το σφιχτό κόκκινο γάντι, ο άντρας ψηλάφισε το ξίφος που είχε να τραβήξει πάνω από είκοσι χρόνια. «Θα τον πετσοκόψω σαν σκυλί, που τόλμησε να σε φοβίσει!»