Η Ελένια μετακίνησε επιδέξια τον Αυγινό Άνεμο, έτσι ώστε να κάνει έναν κύκλο γύρω από την Τζάνυ, η οποία μουρμούρισε μια συγγνώμη στον Νάσιν και προσποιήθηκε ότι τραβούσε τη φοράδα της από μπροστά του, ενώ στην πραγματικότητα τον εμπόδιζε. Η Ελένια σημείωσε στη μνήμη της να της αγοράσει και μερικά κεντητά φορέματα. Με τα μυαλά που κουβαλούσε ο Νάσιν, δεν το είχε σε τίποτα να στραφεί από τα γλυκόλογα και τις ευγένειες σε συμπεριφορά αγροίκου και να την αρπάξει σαν να ήταν μια απλή σερβιτόρα σε ταβέρνα, κάτι που η Ελένια δεν θα άντεχε ξανά, σίγουρα όχι δημοσίως. Κάνοντας κύκλους, ζόρισε τον εαυτό της να χαμογελάσει κάπως ανήσυχα, αν και, στην πραγματικότητα, περισσότερη προσπάθεια είχε καταβάλει για το χαμόγελο παρά για την ανησυχία. Αν αυτός ο τρελός ανάγκαζε τον Τζάριντ να τον σκοτώσει, θα κατέστρεφε τα πάντα! «Ξέρεις πολύ καλά ότι δεν αντέχω να πολεμούν οι άντρες για χάρη μου, Νάσιν». Η φωνή της ήταν αδύναμη και ταραγμένη, αλλά δεν προσπάθησε να την ελέγξει, μια κι έκρινε πως ταίριαζε στην περίσταση. «Πώς θα μπορούσα να αγαπήσω έναν άντρα που έχει βάψει τα χέρια του με αίμα;»
Ο γελοίος άντρας συνοφρυώθηκε κι η μεγάλη του μύτη καμπύλωσε τόσο πολύ, που η Ελένια άρχισε να αναρωτιέται μήπως το είχε παρακάνει. Μπορεί να ήταν θεοπάλαβος, αλλά καταλάβαινε και μερικά πράγματα κάποιες φορές. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είσαι τόσο... συναισθηματική», της είπε τελικά, χωρίς να σταματήσει στιγμή τις προσπάθειες του να προσπεράσει την Τζάνυ. Το ζαρωμένο του πρόσωπο έλαμψε. «Αλλά θα έπρεπε να το είχα καταλάβει. Από δω κι εμπρός, θα το θυμάμαι. Ο Τζάριντ θα συνεχίσει να ζει, αρκεί να μη σε παρενοχλεί». Ξαφνικά, φάνηκε να προσέχει την Τζάνυ για πρώτη φορά, και μ’ έναν μορφασμό γεμάτο οργή σήκωσε το χέρι του σε γροθιά. Η πλαδαρή γυναίκα ατσαλώθηκε, έτοιμη να δεχτεί το χτύπημα χωρίς να παραμερίσει, κι η Ελένια έτριξε τα δόντια της. Κεντητό μετάξι. Μάλλον ακατάλληλο για υπηρέτρια, αλλά η Τζάνυ το είχε κερδίσει με την αξία της.
«Άρχοντα Νάσιν, σ’ έψαχνα παντού», ακούστηκε μια χαζοχαρούμενη γυναικεία φωνή κι οι περιστροφικές κινήσεις κόπηκαν απότομα.
Η Ελένια ξεφύσηξε ανακουφισμένη καθώς η Αρυμίλα εμφανίστηκε μέσα στο λυκόφως ακολουθούμενη από τη συνοδεία της, και χρειάστηκε να καταπνίξει μια έκρηξη οργής ακριβώς επειδή ένιωσε ανακουφισμένη. Η Αρυμίλα φορούσε ένα εξαιρετικά περίτεχνο κεντητό πράσινο μεταξωτό φόρεμα με δαντέλες κάτω από το πηγούνι και τα μανίκια. Ήταν πλαδαρή σε βαθμό παχυσαρκίας, με ένα κενό χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό της και καστανά μάτια μονίμως γουρλωτά από προσποιητό ενδιαφέρον, ακόμα κι αν δεν υπήρχε τίποτα αξιόλογο να παρατηρήσει. Δεν διέθετε αρκετό μυαλό για να καταλάβει τη διαφορά, αλλά το είχε αντικαταστήσει με αρκετή πανουργία, για να ξέρει τι έπρεπε να την ενδιαφέρει και τι όχι. Επιπλέον, δεν ήθελε να δώσει αφορμές για να σκεφτεί κάποιος πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Το μόνο που την ενδιέφερε πραγματικά ήταν οι προσωπικές της ανέσεις και το εισόδημα που την εξασφάλιζε, ενώ ο μόνος λόγος που επιθυμούσε τον θρόνο ήταν ότι τα βασιλικά χρηματοκιβώτια μπορούσαν να της εξασφαλίσουν ακόμα περισσότερες ανέσεις απ’ ό,τι τα έσοδα οποιασδήποτε Υψηλής Έδρας. Η ακολουθία της ήταν μεγαλύτερη από εκείνη του Νάσιν, αν και μονάχα οι μισοί ήταν οπλίτες με τα Τέσσερα Φεγγάρια του Οίκου της. Η πλειονότητα των υπολοίπων απαρτιζόταν από τσιράκια, κόλακες, ευγενείς ασήμαντων Οίκων και διάφορους άλλους που ήταν έτοιμοι να γλείψουν τα χέρια της Αρυμίλα για μια καλή θέση πλάι της. Λάτρευε τους ανθρώπους που την καλόπιαναν. Κάπου εκεί βρισκόταν κι η Νάεαν, στην περιφέρεια του πλήθους, με τους οπλίτες και τις υπηρέτριές της, ολοφάνερα ψύχραιμη κι έχοντας για άλλη μια φορά πλήρη εμπιστοσύνη στον εαυτό της. Ωστόσο, κρατούσε αποστάσεις από τον Ζακ Λουνάλ, έναν λιγνό άντρα με ένα από εκείνα τα αστεία Ταραμπονέζικα βέλα, που κάλυπτε τα τεράστια μουστάκια του, κι ένα κωνικό καπέλο, που ύψωνε εντελώς γελοία την κουκούλα του μανδύα του. Ο τύπος χαμογελούσε πάρα πολύ. Δεν έμοιαζε διόλου με άντρα που με λίγα λόγια του θα ανάγκαζε κάποιον να τον ικετεύσει.
«Αρυμίλα», είπε ο Νάσιν κάπως συγχυσμένος, κοιτάζοντας κατόπιν βλοσυρά τη γροθιά του, έκπληκτος λες που ανακάλυψε ότι ήταν υψωμένη. Κατέβασε το χέρι του στο μπροστάρι της σέλας του και χάρισε ένα ακτινοβόλο χαμόγελο στη σαχλή γυναίκα. «Αρυμίλα, καλή μου», είπε γεμάτος ζέση, αν κι όχι του ίδιου είδους με εκείνη που απευθυνόταν στην Ελένια. Με κάποιον τρόπο, φαίνεται, είχε πείσει εν μέρει τον εαυτό του ότι η Αρυμίλα ήταν θυγατέρα του, και μάλιστα η αγαπημένη του. Κάποτε, η Ελένια τον είχε ακούσει να αναθυμάται μαζί με την Αρυμίλα τη «μητέρα» της, δηλαδή την τελευταία του γυναίκα, νεκρή εδώ και τριάντα σχεδόν χρόνια. Η Αρυμίλα κατάφερε να συμμετάσχει στη συζήτηση, παρ’ όλο που, απ’ όσο γνώριζε η Ελένια, δεν είχε συναντήσει ποτέ τη Μιεντέλ Κάερεν.