Παρά τα πατρικά χαμόγελα προς την Αρυμίλα, το βλέμμα του άρχισε να διερευνά το σκιώδες έφιππο πλήθος πίσω της. Το πρόσωπό του χαλάρωσε στη θέα της Συλβέις, εγγονής και διαδόχου του, μιας σθεναρής κι ατάραχης νεαρής, που τον κοίταξε κατάματα, χωρίς να χαμογελάσει, και κατόπιν τράβηξε μπροστά τη σκούρα καλύπτρα με τη γούνινη επένδυση. Η Ελένια δεν την είχε δει ποτέ να χαμογελάει ή να είναι συνοφρυωμένη ή να δείχνει οποιοδήποτε συναίσθημα. Είχε μια μονότονη έκφραση, σαν της αγελάδας. Προφανώς, διέθετε και μυαλό αγελάδας. Η Αρυμίλα είχε από κοντά τη Συλβέις, πιο κοντά απ’ ό,τι την Ελένια ή τη Νάεαν, κι όσο την είχε από κοντά, ο Νάσιν δεν θα αναγκαζόταν σε καμία περίπτωση να αποσυρθεί από τους τίτλους του. Ναι, σίγουρα ήταν παλαβός, αλλά πολυμήχανος. «Ελπίζω να προσέχεις τη μικρή μου Συλβέις, Αρυμίλα», μουρμούρισε. «Όπου και να κοιτάξεις, βλέπεις τυχοδιώκτες, και θέλω το γλυκό μου κοριτσάκι να παραμείνει ασφαλές».
«Ασφαλώς και την προσέχω», αποκρίθηκε η Αρυμίλα, προσπερνώντας την Ελένια με την καλοθρεμμένη της φοράδα δίχως να της ρίξει ούτε ματιά. Ο τόνος της φωνής της ήταν γλυκός σαν μέλι, αλλά κι αηδιαστικά ξεμωραμένος. «Ξέρεις πολύ καλά ότι τη φροντίζω όσο και τον ίδιο μου τον εαυτό». Χαμογελώντας με αυτό το άμυαλο χαμόγελο, έσιαξε τον μανδύα του Νάσιν στους ώμους του με την άνεση κάποιου που ντύνει το αγαπημένο του πρόσωπο, που τυγχάνει να είναι ανάπηρο. «Κάνει πολύ κρύο και θα αρρωστήσεις. Ξέρω τι χρειάζεσαι. Μια ζεστή σκηνή και λίγο ζεστό αρωματικό κρασί. Μετά χαράς, θα διατάξω την υπηρέτριά μου να σου το ετοιμάσει. Αρλήν, συνόδευσε τον Άρχοντα Νάσιν στη σκηνή του κι ετοίμασέ του λίγο καλό αρωματικό κρασί».
Μια λυγερή γυναίκα από την ακολουθία της μόρφασε προς στιγμήν κι ύστερα βγήκε μπροστά με αργές κινήσεις, τραβώντας προς τα πίσω την κουκούλα του απλού γαλάζιου μανδύα της, για να αποκαλύψει ένα χαριτωμένο προσωπάκι κι ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Ξαφνικά, όλοι εκείνοι οι τσανακογλείφτες κι οι κόλακες άρχισαν να στρώνουν τους μανδύες τους, για να προστατευτούν από τον άνεμο, ή έβαζαν γάντια στα χέρια τους, κοιτώντας οπουδήποτε αλλού εκτός από την υπηρέτρια της Αρυμίλα. Ειδικά οι γυναίκες, οι οποίες γνώριζαν πολύ καλά ότι στη θέση της υπηρέτριας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία από δαύτες. Παραδόξως, η Συλβέις δεν έστρεψε αλλού τη ματιά της. Ήταν αδύνατον να δει το πρόσωπο της στη σκιά της κουκούλας, αλλά όλο το ξέφωτο γύρισε προς το μέρος της λυγερής γυναίκας.
Το μειδίαμα του Νάσιν αποκάλυψε τα δόντια του, κάνοντάς τον να μοιάζει ακόμα περισσότερο με τράγο. «Ναι, ναι. Λίγο αρωματικό κρασί είναι ό,τι πρέπει. Αρλήν, είπαμε, σε λένε; Έλα, Αρλήν, καλό μου κορίτσι. Δεν κρυώνεις πολύ, έτσι;» Η κοπέλα έβγαλε μια τσιρίδα, καθώς ο Νάσιν πέρασε την άκρη του μανδύα του γύρω από τους ώμους της και την τράβηξε κοντά του, τόσο που το κορίτσι κόντευε να φύγει από τη σέλα. «Θα ζεσταθείς ακόμη περισσότερο στη σκηνή μου, σ’ το υπόσχομαι». Απομακρύνθηκε χωρίς να ρίξει ματιά πίσω, καγχάζοντας και ψιθυρίζοντας στη νεαρή γυναίκα που κρατούσε αγκαλιά. Οι οπλίτες του τον ακολούθησαν, ενώ το πετσί από τις φορεσιές τους έτριζε κι οι οπλές των αλόγων άφηναν έναν αργό, υγρό ήχο καθώς ξεκολλούσαν από τον βόρβορο. Κάποιος από αυτούς γέλασε λες κι είχε ακούσει κανένα χωρατό.
Η Ελένια κούνησε το κεφάλι της αηδιασμένη. Άλλο να βάζεις μια χαριτωμένη γυναίκα ανάμεσα σ’ εσένα και στον Νάσιν, για να του αποσπάσεις την προσοχή —δεν χρειαζόταν καν να είναι χαριτωμένη, αφού οποιαδήποτε γυναίκα πλησίαζε ο τρελόγερος, κινδύνευε— κι άλλο να χρησιμοποιείς την ίδια σου την υπηρέτρια, πράγμα αποκρουστικό, αλλά όχι τόσο όσο ο ίδιος ο Νάσιν. «Υποσχέθηκες να τον κρατήσεις μακριά μου, Αρυμίλα», είπε χαμηλόφωνα αλλά έντονα. Αυτός ο έκφυλος παλαβιάρης μπορεί προς στιγμήν να είχε ξεχάσει την ύπαρξή της, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν θα τη θυμόταν την επόμενη φορά που θα την έβλεπε. «Υποσχέθηκες να τον κρατήσεις απασχολημένο».
Το πρόσωπο της Αρυμίλα σκυθρώπιασε κι η γυναίκα φόρεσε με κάποια νευρικότητα τα γάντια ιππασίας και τα έσφιξε. Δεν είχε καταφέρει αυτό που ήθελε, πράγμα που για την ίδια αποτελούσε μεγάλο σφάλμα. «Αν θες να είσαι ασφαλής από τους θαυμαστές σου, θα πρέπει να παραμένεις πλάι μου και να μη σεργιανάς από δω κι από κει. Τι φταίω εγώ αν προσελκύεις τους άντρες; Άσε που, παρ’ ότι σε έσωσα, δεν άκουσα να λες ευχαριστώ».