Выбрать главу

Το σαγόνι της Ελένια σφίχτηκε τόσο πολύ, που άρχισε να την πονάει. Η προσποίηση, ότι υποστήριζε με τη θέλησή της αυτή τη γυναίκα, ήταν αρκετή για να την κάνει να θέλει να δαγκώσει κάτι. Οι επιλογές της ήταν αρκετά ξεκάθαρες: ή θα έγραφε αμέσως στον Τζάριντ ή θα υπέμενε έναν παρατεταμένο μήνα του μέλιτος με τον «μνηστήρα» της. Μα το Φως, ακόμα κι αυτό θα διάλεγε, αν δεν ήταν σίγουρη ότι ο Νάσιν θα την κλείδωνε σε κάποιο απομονωμένο οίκημα κι, αφού αρχικά υπέμενε το πασπάτεμά του, εκείνος θα ξεχνούσε ότι η Ελένια ήταν εκεί. Κι ύστερα, θα την παρατούσε εκεί. Η Αρυμίλα, πάντως, επέμενε στην προσποίηση. Άλλωστε, επέμενε για διάφορα θέματα, πολλά εκ των οποίων ήταν αβάσταχτα, αν κι η Ελένια ήταν αναγκασμένη να τα υπομένει, προς το παρόν τουλάχιστον. Ίσως, από τη στιγμή που θα ξεκαθάριζαν τα πράγματα, ο Άρχοντας Λουνάλ θα μπορούσε να ασχοληθεί με την Αρυμίλα για λίγες μέρες.

Μετά βίας έσκασε ένα απολογητικό χαμόγελο κι έγειρε το κεφάλι της, λες κι ήταν κάποια από όλους αυτούς τους τσανακογλείφτες που την παρακολουθούσαν με αχόρταγο βλέμμα. Σε τελική ανάλυση, αν όντως σερνόταν μπροστά στην Αρυμίλα, το μόνο που θα αποδείκνυε θα ήταν πως κι αυτοί είχαν δίκιο. Η αίσθηση των ματιών τους επάνω της την έκανε να θέλει να ξεπλύνει το κορμί της, και σίγουρα θα ούρλιαζε αν έκανε κάτι τέτοιο μπροστά στη Νάεαν. «Σου προσφέρω όλη μου την ευγνωμοσύνη, Αρυμίλα». Και δεν έλεγε ψέματα. Ταυτόχρονα με όλη της την ευγνωμοσύνη, υπήρχε και μια ακατανίκητη διάθεση να πνίξει τη γυναίκα, αργά-αργά. Ωστόσο, χρειάστηκε να πάρει βαθιά ανάσα πριν συνεχίσει. «Συγχώρησέ με, σε παρακαλώ, που άργησα να σε ευχαριστήσω». Πολύ πικρά λόγια. «Ο Νάσιν με αναστάτωσε πάρα πολύ. Ξέρεις πώς θα αντιδρούσε ο Τζάριντ αν μάθαινε πώς συμπεριφέρθηκε». Η ίδια της η φωνή βγήκε σαν μουγκρητό στις τελευταίες λέξεις, αλλά η ανόητη γυναίκα χαζογέλασε!

«Φυσικά και σε συγχωρώ, Ελένια», αποκρίθηκε γελώντας η Αρυμίλα, με το πρόσωπό της να λάμπει. «Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το ζητήσεις. Ο Τζάριντ είναι θερμοκέφαλος, σωστά; Πρέπει να του γράψεις και να του αναφέρεις πόσο ικανοποιημένη είσαι, γιατί φαντάζομαι πως είσαι αρκετά ικανοποιημένη, έτσι; Μπορείς να υπαγορεύσεις το γράμμα στον γραμματέα μου. Προσωπικά, σιχαίνομαι να λερώνω τα χέρια μου με μελάνι. Εσύ;»

«Εννοείται πως είμαι ικανοποιημένη, Αρυμίλα. Γιατί να μην είμαι, άλλωστε;» Αυτή τη φορά, δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει για να χαμογελάσει. Η γυναίκα πίστευε πως ήταν πράγματι έξυπνη. Χρησιμοποιώντας τον γραμματέα της Αρυμίλα, αποκλειόταν κάθε πιθανότητα να κάνει χρήση κρυφού μελανιού, αλλά μπορούσε να αναφέρει ξεκάθαρα στον Τζάριντ να μην κάνει καμιά απολύτως ενέργεια δίχως τη συμβουλή της, κι αυτό το άμυαλο κορίτσι θα νόμιζε ότι την υπάκουε.

Νεύοντας αυτάρεσκα, η Αρυμίλα μάζεψε τα γκέμια κι όσοι ήταν δίπλα της τη μιμήθηκαν. Αν έβαζε κατσαρόλα στο κεφάλι για καπέλο, το ίδιο θα έκαναν κι οι άλλοι. «Βραδιάζει», είπε, «και πρέπει να ξυπνήσω νωρίς το πρωί. Ο μάγειρας της Εντέλ Μπάρυν ετοίμασε ένα θαυμάσιο γεύμα προς τιμήν μας. Εσύ κι η Νάεαν πρέπει οπωσδήποτε να ιππεύετε μαζί μου, Ελένια». Ακουγόταν σαν να τους έκανε ιδιαίτερη τιμή, κι εκείνες δεν είχαν εναλλακτική λύση από το να συμπεριφερθούν σαν να ήταν πράγματι έτσι και να την ακολουθήσουν. Οι δύο γυναίκες προχώρησαν, μία σε κάθε πλευρά της Αρυμίλα. «Κι η Συλβέις, φυσικά. Έλα, Συλβέις».

Η εγγονή του Νάσιν έφερε τη φοράδα της πιο κοντά, αλλά όχι ακριβώς πλάι στην Αρυμίλα. Ακολούθησε τις γυναίκες λίγο πιο πίσω, με τους κόλακες της Αρυμίλα να συνωστίζονται στο κατόπι της, μια και δεν είχαν προσκληθεί να βρίσκονται πλάι της. Παρά τον ασταθή, παγωμένο αέρα που χτυπούσε τους μανδύες τους, κάμποσες γυναίκες και δυο-τρεις άντρες προσπάθησαν —ανεπιτυχώς— να πιάσουν κουβέντα με την κοπέλα. Δεν απαντούσε παρά με μια-δυο λέξεις. Και πάλι όμως, αφού δεν υπήρχε εκεί γύρω κάποια Υψηλή Έδρα για να καλοπιάσουν, καλή ήταν κι η διάδοχος της Υψηλής Έδρας — κάποιος από τους τύπους, μάλιστα, ήλπιζε να την παντρευτεί κιόλας. Το πιθανότερο ήταν πως ένας-δυο από δαύτους λειτουργούσαν πιότερο ως φρουροί ή, έστω, ως κατάσκοποι, που φρόντιζαν να μην επικοινωνεί το κορίτσι με τον Οίκο της. Ίσως το έβρισκαν συναρπαστικό, μπορεί να νόμιζαν πως έτσι αποκτούσαν δύναμη. Η Ελένια, ωστόσο, είχε τα δικά της σχέδια για τη Συλβέις.

Η Αρυμίλα ανήκε στην κατηγορία των ανθρώπων που δεν είχαν αντίρρηση να φλυαρούν όταν όλοι οι λογικοί άνθρωποι σώπαιναν, κι η πολυλογία της, καθώς προχωρούσαν στο αμυδρό φως που λιγόστευε ολοένα, ποίκιλλε από το τι θα τους πρόσφερε στο δείπνο η αδελφή του Λιρ μέχρι τα σχέδια που έκανε για τη στέψη της. Η Ελένια άκουγε, ίσα-ίσα για να εγκρίνει μουρμουριστά κάποια σωστά σημεία. Αν αυτή η ανόητη ήθελε να ορκιστεί αμνηστία σε όσους της πήγαν κόντρα, η Ελένια Σάραντ δεν είχε καμία πρόθεση να της πει ότι ήταν ηλίθια. Ήταν αρκετά οδυνηρό από μόνο του το να... χαζογελάει... χωρίς να την ακούει. Την επόμενη στιγμή όμως, κάτι που είπε η Αρυμίλα διαπέρασε το αυτί της σαν σουβλιά.