Выбрать главу

«Δεν σας πειράζει να μοιραστείτε το ίδιο κρεβάτι εσύ κι η Νάεαν, έτσι; Μου φαίνεται πως έχουμε έλλειψη καλών σκηνών εδώ».

Η γυναίκα άλλαζε θέμα διαρκώς, αλλά για μία στιγμή η Ελένια δεν άκουγε καν τι έλεγε. Ένιωθε λες κι είχαν παραγεμίσει το δέρμα της με χιόνι. Έστρεψε ελαφρά το κεφάλι της και συνάντησε το σοκαρισμένο βλέμμα της Νάεαν. Αποκλείεται να είχε μάθει η Αρυμίλα την τυχαία τους συνάντηση, όχι ακόμα τουλάχιστον, αλλά και να την είχε μάθει, γιατί τους πρόσφερε την ευκαιρία να συνωμοτήσουν; Παγίδα, ίσως; Μήπως είχε βάλει κατασκόπους, για να ακούσουν τι θα έλεγαν; Την υπηρέτρια της Νάεαν ή ακόμα... και την ίδια την Τζάνυ; Ο κόσμος έμοιαζε να γυρίζει γύρω της, ενώ μαύρα κι ασημένια στίγματα έπλεαν μπροστά στα μάτια της Ελένια. Νόμιζε πως ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι η Αρυμίλα τής είχε απευθύνει άμεσα την ερώτηση και περίμενε απάντηση μ’ ένα όλο και πιο ανυπόμονο κατσούφιασμα. Εσπευσμένα, η προσοχή της εστιάστηκε ξανά στην κουβέντα. «Επιχρυσωμένη άμαξα, Αρυμίλα;» Τι γελοία προοπτική. Σαν να της έλεγε να ταξιδέψει σε άμαξα Μάστορα! «Α, μα είναι θαυμάσια! Μερικές φορές, έχεις υπέροχες ιδέες!»

Η Αρυμίλα χαζογέλασε ευχαριστημένη κι η Ελένια ξεφύσηξε ανακουφισμένη. Ναι, αυτή η γυναίκα ήταν όντως άμυαλη κι ηλίθια. Μπορεί πράγματι να υπήρχε έλλειψη κατάλληλων σκηνών. Πιθανότατα, η Αρυμίλα πίστευε πως τώρα πια ήταν πειθήνιες και δεν αποτελούσαν απειλή. Η Ελένια γύμνωσε τα δόντια της, χαζογελώντας αντίστοιχα, αλλά διέγραψε την ιδέα να βάλει τον Ταραμπονέζο να «διασκεδάσει» τη γυναίκα, έστω και για μία ώρα. Με την υπογραφή του Τζάριντ σε εκείνη την εγγύηση, μόνο ένας τρόπος υπήρχε να ανοίξει το μονοπάτι προς τον θρόνο. Όλα ήταν έτοιμα κι υπό έλεγχο. Το μόνο ερώτημα ήταν αν θα πέθαινε πρώτα η Αρυμίλα ή ο Νάσιν.

Η νύχτα έπεφτε βαριά στο Κάεμλυν και το κρύο γινόταν πιο αδυσώπητο εξαιτίας των σφοδρών ανέμων. Εδώ κι εκεί, όλο και κάποια φωτεινή λάμψη, που ξέφευγε από κάποιο παράθυρο ψηλά, μαρτυρούσε ότι μερικοί άνθρωποι ήταν ακόμα ξύπνιοι, αλλά τα πιο πολλά παραθυρόφυλλα ήταν ερμητικά κλειστά, ενώ μια λεπτή φέτα σελήνης, χαμηλά στον ορίζοντα, έμοιαζε να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο σκοτάδι. Ακόμα και το χιόνι που κάλυπτε τις ταράτσες και συσσωρευόταν στις μπροστινές εισόδους των κτηρίων, σε όσα σημεία τουλάχιστον δεν είχε ποδοπατηθεί από την κίνηση της μέρας, είχε ένα σκιώδες, γκρίζο χρώμα. Ο μοναχικός άντρας που είχε κουκουλωθεί από την κορυφή μέχρι τα νύχια μ’ έναν σκούρο μανδύα και δρασκέλιζε με βαριά βήματα το παγωμένο λασπόνερο που είχε απομείνει στο λιθόστρωτο, άκουγε στο όνομα Ντάβεντ Χάνλον ή Ντόιλιν Μέλαρ, ανάλογα με την περίσταση· ένα όνομα έμοιαζε με πανωφόρι, κι ο άντρας άλλαζε πανωφόρια σε περίπτωση ανάγκης. Δεν ήταν και λίγα αυτά που είχε φορέσει τα τελευταία χρόνια. Τη συγκεκριμένη στιγμή, θα προτιμούσε να βρίσκεται στο Βασιλικό Παλάτι, με τα πόδια ακουμπισμένα μπροστά σ’ ένα ζεστό τζάκι, μ’ ένα ποτήρι στο χέρι, μια κανάτα μπράντυ πλάι του και μια πρόθυμη κοπελιά στα γόνατα, όμως είχε άλλα καθήκοντα. Τουλάχιστον, το πάτημά του ήταν καλύτερο εδώ, στη Νέα Πόλη. Όχι εξαιρετικό, μια κι όλος αυτός ο παγωμένος βόρβορος κάτω από τα πόδια του μπορούσε να τον κάνει να βρεθεί ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς εξαιτίας ενός απρόσεκτου βήματος, αλλά ήταν λιγότερο πιθανό να γλιστρήσει εδώ παρά στους απότομους λόφους της Έσω Πόλης. Επιπλέον, το σκοτάδι τον εξυπηρετούσε απόψε.

Όταν ξεκίνησε, δεν υπήρχε πολύς κόσμος στους δρόμους και, όσο το σκοτάδι βάθαινε, η κυκλοφορία λιγόστευε. Οι συνετοί άνθρωποι έμεναν στα σπίτια τους μόλις έπεφτε η νύχτα. Πού και πού, αχνές σκιές λούφαζαν στους βαθύσκιους, αλλά ύστερα από μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος του Χάνλον, έσπευδαν να κρυφτούν στις γωνίες που υπήρχαν μπροστά του, ή αποτραβιούνταν στα σοκάκια, πασχίζοντας να πνίξουν τις βλαστήμιες καθώς τσαλαβουτούσαν στο χιόνι που είχε μείνει ανέγγιχτο από τον ήλιο. Ο άντρας δεν ήταν ογκώδης, μόνο λίγο ψηλότερος από τον μέσο όρο, ενώ το σπαθί κι ο θώρακάς του καλύπτονταν εντελώς από τον μανδύα του, κι επειδή οι ληστές αναζητούσαν αδυναμίες ή διστακτικότητα στο θύμα τους, ο Χάνλον περπατούσε με προφανή αυτοπεποίθηση κι ολοφάνερα ατρόμητος απ’ όσους ενέδρευαν στο σκοτάδι. Τη στάση του αυτή βοηθούσε το μακρύ εγχειρίδιο που ήταν κρυμμένο στο γαντοφορεμένο δεξί του χέρι.