Καθώς προχωρούσε, κοίταζε προσεκτικά τριγύρω για τυχόν Φρουρούς, αν και δεν περίμενε να βρει κανέναν. Οι νταήδες κι όσοι αναζητούσαν θύματα στο σκοτάδι έβρισκαν άλλα σημεία κυνηγιού όταν οι Φρουροί τριγύριζαν στην περιοχή. Βέβαια, μια λέξη του αρκούσε για να ξαποστείλει τους αδιάκριτους Φρουρούς, αλλά δεν ήθελε παρατηρητές κανενός είδους που θα τον ρωτούσαν γιατί βρισκόταν πεζός τόσο μακριά από το παλάτι. Το βήμα του παρέμεινε μετέωρο για λίγο, καθώς δύο γυναίκες με βαριούς χιτώνες φάνηκαν μπροστά του, κοντά στο πηγάδι μιας διασταύρωσης, αλλά απομακρύνθηκαν δίχως να του ρίξουν ματιά, κι ο άντρας ανάσανε ανακουφισμένος. Ελάχιστες έβγαιναν έξω νυχτιάτικα χωρίς να έχουν πλάι τους κάποιον άντρα οπλισμένο με ξίφος ή ρόπαλο, και παρ’ όλο που δεν είχε καταφέρει να δει τα πρόσωπά τους, θα έβαζε στοίχημα μια χούφτα χρυσάφι προς ένα μήλο ότι επρόκειτο για Άες Σεντάι ή για κάποιες από εκείνες τις παράξενες γυναίκες που καταλάμβαναν τα περισσότερα κρεβάτια του παλατιού.
Η σκέψη των δύο γυναικών τον έκανε να συνοφρυωθεί και να νιώσει ένα τσίμπημα ανάμεσα στις ωμοπλάτες του, σαν χάδι τσουκνίδας. Ό,τι κι αν συνέβαινε στο παλάτι, ήταν αρκετό για να τον κάνει να ανατριχιάσει. Οι Θαλασσινές από μόνες τους ήταν άσχημη περίπτωση, κι όχι μόνο επειδή λικνίζονταν προκλητικά στους διαδρόμους κι ύστερα μαχαίρωναν τον άντρα που έδειχνε ενδιαφέρον. Δεν του είχε περάσει στιγμή από το μυαλό να χτυπήσει ανάλαφρα στα πισινά κάποια από δαύτες, αφού είχε συνειδητοποιήσει ότι Θαλασσινές και Άες Σεντάι τρώγονταν μεταξύ τους σαν γάτες στο ίδιο κλουβί. Κι ήταν προφανές, παρ’ ότι απίθανο, ότι οι μεν Θαλασσινές ήταν μεγαλύτερες γάτες, όμως οι άλλες ήταν χειρότερες από πολλές απόψεις. Άσχετα με τις φήμες, αναγνώριζε εύκολα την όψη μιας Άες Σεντάι, μια όψη χωρίς ρυτίδες. Ωστόσο, κάποιες μπορούσαν να διαβιβάσουν, κι είχε την ενοχλητική αίσθηση πως δεν ήταν λίγες, κάτι που δεν έβγαζε νόημα. Ίσως για τις Θαλασσινές να ίσχυε κάποιο είδος περίεργης απαλλαγής, αλλά για τις άλλες του Σογιού, όπως τις αποκαλούσε η Φάλιον, όλος ο κόσμος ήξερε ότι, σε περίπτωση που τρεις γυναίκες που δεν είναι Άες Σεντάι, αλλά έχουν τη δυνατότητα της διαβίβασης, κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, οι Άες Σεντάι θα εμφανίζονταν πριν προλάβουν να αποτελειώσουν μια κανάτα με κρασί και θα τους έλεγαν να φύγουν και να μη ξαναμιλήσουν μεταξύ τους. Εννοείται, φυσικά, ότι θα φρόντιζαν ώστε οι προσταγές τους να γίνουν πράξη. Κι όμως, εκείνες οι γυναίκες έμεναν στο παλάτι —πάνω από εκατό— συναντιούνταν ιδιαιτέρως και κυκλοφορούσαν ανάμεσα στις Άες Σεντάι χωρίς να ανταλλάσσουν ούτε ματιά. Μέχρι σήμερα, τουλάχιστον, κι ό,τι κι αν ήταν αυτό που τις είχε αναγκάσει να μαζευτούν σαν φοβισμένες χήνες, σίγουρα θα προκαλούσε ανησυχία και στις Άες Σεντάι. Πολλά παράδοξα συνέβαιναν. Όταν οι Άες Σεντάι αρχίζουν να φέρονται περίεργα, έχει έρθει η ώρα που ένας άντρας πρέπει να σώσει το τομάρι του.
Έδιωξε τους συλλογισμούς του με μια βρισιά. Ένας άντρας έπρεπε να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, κι ο κατάλληλος τρόπος γι’ αυτό δεν ήταν να αφαιρείται. Αν μη τι άλλο, δεν έπαψε στιγμή να περπατάει, ούτε επιβράδυνε την πορεία του. Κάνοντας λίγα βήματα ακόμα, χαμογέλασε αχνά κι άγγιξε με τον αντίχειρά του τη λεπίδα του εγχειριδίου του. Ο άνεμος αναστέναζε κατά μήκος του δρόμου και κόπαζε, περνούσε ψιθυριστά από τις ταράτσες και κόπαζε ξανά. Σε αυτές τις σύντομες ενδιάμεσες σιωπές, ο άντρας άκουγε το απαλό κριτσάνισμα από μπότες που τον ακολουθούσαν λίγο αφότου είχε βγει από το παλάτι.
Στο επόμενο σταυροδρόμι, γύρισε να κοιτάξει δεξιά χωρίς να επιβραδύνει το σταθερό κι αβίαστο βάδισμά του, και ξαφνικά ακούμπησε την πλάτη του πάνω στην πρόσοψη ενός στάβλου σε μια γωνιά. Οι φαρδιές πόρτες του στάβλου ήταν ερμητικά κλειστές, πιθανότατα αμπαρωμένες από μέσα, αλλά η οσμή αλόγου και κοπριάς ήταν διάχυτη στον παγερό αέρα. Το πανδοχείο, στην απέναντι μεριά του δρόμου, ήταν επίσης κλειστό, με τα παραθύρια του σφραγισμένα και σκοτεινά, ενώ ο μόνος ήχος, εκτός από τον αγέρα, ήταν το τρίξιμο από την πινακίδα του που λικνιζόταν, αν και μέσα στη νύχτα αδυνατούσε να ξεχωρίσει τι έγραφε. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω για να δει αυτό που δεν έπρεπε.
Η προειδοποίηση ήταν σύντομη, ο ήχος από τις μπότες που είχε δυναμώσει, σε μια προσπάθεια να μην τον χάσει ο διώκτης από τα μάτια του για πολλή ώρα, κι έπειτα ένα κεφάλι σκεπασμένο με καλύπτρα ξεπρόβαλε προσεκτικά από τη γωνία. Όχι, όμως, πολύ προσεκτικά. Το αριστερό χέρι του Χάνλον τινάχτηκε προς την καλύπτρα, για να αρπάξει τον λαιμό, την ίδια στιγμή που το δεξί άδραχνε το εγχειρίδιο και χτυπούσε με μια καλοζυγισμένη κίνηση. Ήταν σχεδόν σίγουρος πως θα έβρισκε κάποια πανοπλία ή μεταλλικό θώρακα κάτω από το πανωφόρι, αλλά μια ίντσα ατσαλιού βυθίστηκε εύκολα στο στέρνο του τύπου. Δεν ήξερε γιατί αυτή του η ενέργεια φάνηκε να παραλύει τα πνευμόνια του άντρα, τόσο που δεν κατάφερε να βγάλει άχνα, μέχρι που τον είδε να πνίγεται στο ίδιο του το αίμα. Τέλος πάντων, απόψε δεν είχε καιρό για χάσιμο. Το ότι δεν είχαν εμφανιστεί Φρουροί μέχρι στιγμής, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι τα πράγματα θα παρέμεναν έτσι. Με ένα απότομο στρίψιμο, χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του άντρα στον πέτρινο τοίχο του στάβλου και του ράγισε το κρανίο. Κατόπιν, έμπηξε το εγχειρίδιο έως τη λαβή μέσα στο κορμί του κι αισθάνθηκε τη λάμα να ξύνει τη σπονδυλική του στήλη.