Η σκέψη να επιστρέψει στο παλάτι πεταγόταν αστραπιαία μέσα στο μυαλό του. Είχε χρυσάφι στην κατοχή του και μπορούσε το ίδιο εύκολα με οποιονδήποτε άλλον να χρηματίσει τους φρουρούς στις πύλες ή απλώς να διατάξει κάποιον να τις ανοίξει, ίσα-ίσα για να περάσει. Αυτό, όμως, σήμαινε αυτομάτως όχι θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του προσέχοντας τα νώτα του, κι όποιος τον πλησίαζε σε απόσταση αναπνοής, μπορεί να ήταν αυτός που είχε σταλεί να τον ξεκάνει. Από την άλλη, όλα αυτά δεν διέφεραν ιδιαίτερα από τον τωρινό τρόπο ζωής του. Εκτός από τη βεβαιότητα ότι, αργά ή γρήγορα, όλο και κάποιος θα έβαζε δηλητήριο στη σούπα του ή θα του έμπηγε ένα μαχαίρι στα πλευρά. Εξάλλου, εκείνη η τσούλα με το πέτρινο βλέμμα, η Μπιργκίτε, ήταν η πιθανότερη ένοχη. Ή κάποια Άες Σεντάι. Ίσως, πάλι, να είχε προσβάλει το Σόι με κάποιον τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, καλό θα ήταν να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από τη λαβή του εγχειριδίου. Προς το παρόν, η ζωή ήταν ωραία, με αρκετές ανέσεις και κάμποσες γυναίκες που, εντυπωσιασμένες ή φοβισμένες, ενέδιδαν στον Αρχηγό της Φρουράς, αλλά καλύτερα να εξακολουθείς να ζεις έστω και κυνηγημένος, παρά να πεθάνεις εδώ και τώρα.
Δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολο να βρει τον σωστό δρόμο, πόσω μάλλον το σωστό σπίτι —κάθε σοκάκι ήταν πανομοιότυπο με το άλλο όταν σκεπάζονταν από σκοτάδι— αλλά προχώρησε προσεκτικά και τελικά βρέθηκε να χτυπά την μπροστινή πόρτα ενός ψηλού, σκιασμένου κτηρίου, που κάλλιστα θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιον πλούσιο αλλά διακριτικό έμπορο. Μόνο που ήξερε ότι δεν ήταν έτσι. Ο Οίκος των Άβαρχιν ήταν μικρός, μερικοί μάλιστα ισχυρίζονταν πως είχε εκλείψει, αλλά η μόνη επιζήσασα ήταν μια θυγατέρα, κι η Σιάιν είχε κάμποσα λεφτά.
Μία από τις πόρτες άνοιξε κι ο Χάνλον έβαλε το χέρι του μπροστά στα μάτια του για να προστατευτεί από το ξαφνικό εκτυφλωτικό φως. Χρησιμοποίησε το αριστερό του χέρι· το δεξί κρατούσε διαρκώς κρυμμένο και πανέτοιμο για χρήση το μαχαίρι. Μισοκοιτώντας ανάμεσα από τα απλωμένα του δάχτυλα, αναγνώρισε τη γυναίκα στην πόρτα με το απλό σκούρο φόρεμα υπηρέτριας, κάτι που όμως δεν τον έκανε να χαλαρώσει στο ελάχιστο.
«Δώσ’ μου ένα φιλάκι, Φάλιον», είπε καθώς έμπαινε. Κοιτώντας τη με λάγνο βλέμμα, άπλωσε το χέρι προς το μέρος της. Το αριστερό, φυσικά.
Η γυναίκα με το μακρόστενο πρόσωπο έκανε πέρα το χέρι του κι έκλεισε ερμητικά την πόρτα πίσω του. «Η Σιάιν έχει μια ιδιαίτερη συνάντηση με έναν επισκέπτη στο μπροστινό καθιστικό, επάνω», αποκρίθηκε ήρεμα η γυναίκα, «κι η μαγείρισσα βρίσκεται στην κρεβατοκάμαρά της. Δεν υπάρχει κανείς άλλος στο σπίτι. Βάλε τον μανδύα σου στην κρεμάστρα. Θα της πω ότι ήρθες, αλλά ίσως χρειαστεί να περιμένεις λίγο».
Το λάγνο βλέμμα εξαφανίστηκε από το πρόσωπο του Χάνλον κι εκείνος αποτράβηξε το χέρι του. Παρά το αειθαλές πρόσωπό της, δύσκολα θα έλεγες ότι η Φάλιον ήταν κάτι παραπάνω από εμφανίσιμη, κι αυτό με το ζόρι, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το ψυχρό της βλέμμα και τους παγερούς της τρόπους. Δεν ήταν ακριβώς το είδος της γυναίκας που θα διάλεγε να θωπεύσει, αλλά φαίνεται πως είχε τιμωρηθεί από έναν από τους Εκλεκτούς, κι υποτίθεται ότι ο Χάνλον αποτελούσε μέρος αυτής της τιμωρίας, κάτι που, μέχρι ενός σημείου, άλλαζε τα πράγματα. Ποτέ δεν είχε πρόβλημα να τουμπάρει μια γυναίκα που δεν είχε άλλη επιλογή, κι η Φάλιον σίγουρα δεν είχε. Το αποδείκνυε, άλλωστε, το υπηρετικό φόρεμα που φορούσε. Έκανε μόνη της δουλειά για τέσσερις-πέντε γυναίκες, υπηρέτριες, λαντζιέρες, μαγείρισσες, κοιμόταν όποτε μπορούσε και συμπεριφερόταν δουλικά όποτε η Σιάιν τής έριχνε καμιά συνοφρυωμένη ματιά. Οι παλάμες της είχαν σκάσει από τις μπουγάδες και το τρίψιμο των δαπέδων. Ωστόσο, το πιθανότερο ήταν πως θα κατάφερνε να επιβιώσει από την τιμωρία της, και το τελευταίο πράγμα που ήθελε ο Ντάβεντ Χάνλον ήταν μία Άες Σεντάι που θα έτρεφε μνησικακία απέναντι του. Ειδικά όταν υπήρχε περίπτωση να αλλάξουν τα πράγματα πριν του παρουσιαστεί η ευκαιρία να χώσει το μαχαίρι του στην καρδιά της. Πάντως, δεν ήταν δύσκολο να κάνει κάποιο συμβιβασμό μαζί της. Η γυναίκα έδειχνε να έχει πολύ πρακτικό μυαλό. Όταν αμφότεροι βρίσκονταν σε κοινή θέα, της χάιδευε τα μαλλιά με την πρώτη ευκαιρία και, όταν είχε χρόνο, τη συνόδευε στη ζεστασιά της μικρής κάμαράς της, κάτω από το πρόστεγο. Εκεί, ανακάτευαν τα σεντόνια, κάθονταν πάνω στο στενό και κρύο κρεβάτι κι αντάλλασσαν πληροφορίες. Ωστόσο, η γυναίκα τον προέτρεπε να της κάνει μερικές μελανιές, σε περίπτωση που η Σιάιν αποφάσιζε να την ελέγξει. Ο Χάνλον ήλπιζε να θυμόταν η Φάλιον αργότερα ότι τον είχε παροτρύνει η ίδια.