Выбрать главу

«Πού είναι οι υπόλοιποι;» τη ρώτησε, βγάζοντας τον μανδύα του και κρεμώντας τον στην κρεμάστρα με τις σκαλιστές λεοπαρδάλεις. Ο ήχος από τις μπότες του πάνω στις πλάκες του δαπέδου αντηχούσε στον ψηλοτάβανο προθάλαμο της εισόδου. Ο χώρος ήταν όμορφος, με βαμμένες γύψινες κορνίζες και κάμποσα πολυτελή κρεμαστά χαλιά με σκαλιστά, στιλβωμένα φατνώματα, που ακτινοβολούσαν μια αμυδρή λάμψη και που φωτίζονταν από τις αντανακλάσεις φανών, αρκετά επιχρυσωμένων ακόμα και για τα δεδομένα του Βασιλικού Παλατιού, αλλά ανάθεμα αν ήταν πιο ζεστά απ’ έξω. Η Φάλιον ανασήκωσε το ένα της φρύδι, παρατηρώντας το εγχειρίδιο στο χέρι του, κι ο Χάνλον το θηκάρωσε μ’ ένα σφιγμένο χαμόγελο. Άλλωστε, ήταν ικανός να το ξαναβγάλει με απίστευτη ταχύτητα, όπως και το ξίφος του. «Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ληστές τη νύχτα». Παρά το κρύο, έβγαλε τα γάντια του και τα έχωσε μέσα από τη ζώνη του ξίφους του. Οτιδήποτε άλλο κι αν έκανε, θα έδινε την εντύπωση πως θεωρούσε ότι κινδύνευε. Στη χειρότερη περίπτωση, ο θώρακας θα έπρεπε να είναι αρκετός.

«Δεν ξέρω πού είναι η Μάριλιν», αποκρίθηκε η γυναίκα πάνω από τον ώμο της. Είχε ήδη αρχίσει να ανασηκώνει τη φούστα της για να ανέβει τα σκαλοπάτια. «Βγήκε πριν από τη δύση του ηλίου. Ο Μούρελιν είναι στους στάβλους, παρέα με την πίπα του. Μπορούμε να συζητήσουμε αφού ειδοποιήσω τη Σιάιν για την άφιξή σου».

Ο Χάνλον μούγκρισε παρακολουθώντας τη να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Ο Μούρελιν, ένας ασουλούπωτος τύπος απέναντι στον οποίο ο Χάνλον δεν ήθελε με τίποτα να έχει στραμμένα τα νώτα του, απομονωνόταν στους στάβλους πίσω από το σπίτι όποτε επιθυμούσε να καπνίσει την πίπα του, αφού η Σιάιν σιχαινόταν τη μυρωδιά από το βαρύ ταμπάκ που χρησιμοποιούσε. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι συνήθως έπαιρνε μαζί του μια κούπα μπύρα ή ακόμα και μια κανάτα, δεν ήταν πιθανόν να εμφανιστεί πολύ σύντομα. Η Μάριλιν ήταν εκείνη που τον ανησυχούσε περισσότερο. Ήταν επίσης Άες Σεντάι, μάλλον υπό τις διαταγές της Σιάιν, όπως κι η Φάλιον ή ο ίδιος, αλλά δεν είχε κάνει καμία συμφωνία μαζί της. Όχι ότι είχαν διαφωνήσει σε κάτι, αλλά δεν εμπιστευόταν τις Άες Σεντάι εκ πεποιθήσεως, άσχετα από το αν ανήκαν στο Μαύρο Άτζα ή όχι. Πού είχε πάει, να κάνει τι; Όσα δεν γνωρίζει ένας άντρας, μπορούν να τον σκοτώσουν, κι η Μάριλιν Γκεμάλφιν περνούσε πολύ χρόνο κάνοντας πράγματα για τα οποία ο Ντάβεντ δεν είχε ιδέα. Είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι δεν ήταν και λίγα όσα συνέβαιναν στο Κάεμλυν και για τα οποία δεν γνώριζε το παραμικρό. Πάντως, αν ήθελε να ζήσει, αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να ενημερωθεί.

Μόλις η Φάλιον απομακρύνθηκε, ο Χάνλον έφυγε από τον παγερό προθάλαμο της εισόδου και πήγε κατευθείαν στην κουζίνα, στο πίσω μέρος του σπιτιού. Το δωμάτιο με τους τούβλινους τοίχους ήταν άδειο, φυσικά —κάτι ήξερε η μαγείρισσα που δεν ξεμύτιζε από το δωμάτιό της στο υπόγειο, από τη στιγμή που είχε πάρει άδεια για τη νύχτα— κι η σκούρα σιδερένια θερμάστρα, όπως κι οι φούρνοι, ήταν κρύα, αλλά η μικρή πυρά στη μακρόστενη πέτρινη εστία καθιστούσε την κουζίνα ένα από τα ελάχιστα ζεστά δωμάτια του σπιτιού. Σε σύγκριση με τα υπόλοιπα, τουλάχιστον. Η Σιάιν ήταν φιλάργυρη, με εξαίρεση ό,τι αφορούσε στις προσωπικές της ανέσεις. Η φωτιά που έκαιγε εδώ είχε αναφτεί αποκλειστικά για την περίπτωση που θα επιθυμούσε να πιει λίγο αρωματικό κρασί ή να ζεστάνει γάλα με αβγά.

Από την άφιξή του στο Κάεμλυν και μετά, είχε επισκεφθεί αυτό το σπίτι πάνω από πέντε φορές κι ήξερε σε ποια ντουλάπια φυλάσσονταν τα μπαχαρικά και σε ποιο σημείο της κουζίνας βρίσκονταν τα βαρέλια με το κρασί, το οποίο ήταν πάντα καλό. Η Σιάιν δεν τσιγκουνευόταν στο συγκεκριμένο θέμα, ειδικά όταν σκόπευε να το πιει η ίδια. Μέχρι να επιστρέψει η Φάλιον, ο Χάνλον είχε τοποθετήσει στο φαρδύ τραπέζι της κουζίνας ένα δοχείο γεμάτο μέλι, ένα πιάτο με πιπερόριζες και σκελίδες σκόρδου και μια κανάτα γεμάτη κρασί, ενώ αναμόχλευε τη φωτιά με μια μασιά. Όταν η Σιάιν πρόσταζε «έλα τώρα», εννοούσε «τώρα», αλλά όταν ήθελε να αναγκάσει έναν άντρα να περιμένει, μπορεί να μην τον έβλεπε μέχρι τα ξημερώματα. Που να την πάρει και να τη σηκώσει, αυτές οι προσκλήσεις τού κόστιζαν πάντα σε ύπνο!