Выбрать главу

«Ποιος είναι ο επισκέπτης;» ρώτησε.

«Δεν άφησε όνομα, όχι σ’ εμένα τουλάχιστον», αποκρίθηκε η Φάλιον, ανοίγοντας την πόρτα που έβλεπε στον προθάλαμο και στηρίζοντάς τη με μια καρέκλα. Ένα μέρος της αραιής ζεστασιάς απέδρασε, αλλά η γυναίκα έπρεπε να ακούει σε περίπτωση που την καλούσε η Σιάιν. Ίσως, πάλι, ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν κρυφάκουγε κανείς. «Είναι ένας πολύ αδύνατος άντρας, ψηλός και σκληροτράχηλος. Μοιάζει με στρατιώτη. Μάλλον είναι κάποιου είδους αξιωματικός, ίσως όμως κι ευγενής, κρίνοντας από τους τρόπους του, ενώ η προφορά του είναι σαφώς Αντορινή. Φαίνεται ευφυής κι επιφυλακτικός. Τα ρούχα του είναι μάλλον κοινά, αν και κάπως ακριβά, και δεν φοράει ούτε δαχτυλίδια, ούτε καρφίτσες». Κοιτώντας συνοφρυωμένη το τραπέζι, στράφηκε σε ένα από τα ψηλά ανοιγμένα πλάι στην πόρτα που οδηγούσε στον προθάλαμο, και πρόσθεσε άλλη μια κούπα από κασσίτερο δίπλα σε αυτήν που είχε βγάλει για τον εαυτό του ο Χάνλον. Δεν είχε σκεφτεί καν ότι θα έπρεπε να είχε βγάλει δύο. Ήταν ήδη αρκετός μπελάς να φτιάξει το δικό του κρασί. Άες Σεντάι ή όχι, αυτή η γυναίκα εξακολουθούσε να είναι μια απλή υπηρέτρια. Ωστόσο, ο Χάνλον έφερε μια καρέκλα κοντά στο τραπέζι κι έκανε λίγο πιο πέρα το πιάτο με τα μυρωδικά, λες και περίμενε να τη σερβίρει.

«Η Σιάιν είχε δύο επισκέπτες χτες. Και οι δύο ήταν πιο απρόσεχτοι από αυτόν τον τύπο», συνέχισε. «Ο ένας, που ήρθε το πρωί, είχε τους Χρυσούς Κάπρους των Σάραντ στα μανικέτια των γαντιών του, θεωρώντας προφανώς πως κανείς δεν θα πρόσεχε αυτή την ασήμαντη λεπτομέρεια. Ήταν ένας πλαδαρός ξανθός άντρας, μέσης ηλικίας και πολύ ψηλομύτης, που εγκωμίαζε διαρκώς τ» κρασί λες κι εκπλησσόταν που έβρισκε τόσο καλή σοδειά σε αυτό το σπίτι, και που απαιτούσε από τη Σιάιν να φάω ξύλο επειδή δεν επέδειξα τον ανάλογο σεβασμό». Ακόμα κι αυτά τα είπε με φωνή ψυχρή και μετρημένη. Η μόνη περίπτωση που η Φάλιον έδειχνε κάποια ζέση ήταν όταν η Σιάιν άρχιζε να τη βαράει με το λουρί· ο Χάνλον την είχε ακούσει αρκετές φορές να ουρλιάζει. «Θα έλεγα ότι επρόκειτο για κάποιον χωριάτη που σπάνια έρχεται στο Κάεμλυν, αλλά πιστεύει ότι γνωρίζει πώς συμπεριφέρονται οι ανώτεροι του. Ξεχωρίζει από μια ελιά στο πηγούνι και μια μικρή χαρακιά σε σχήμα ημισελήνου δίπλα στο αριστερό μάτι. Ο τύπος που ήρθε το απόγευμα ήταν κοντός και σκουρόχρωμος, μυταράς και με καχύποπτο βλέμμα. Απ’ όσα μπόρεσα να διακρίνω, δεν είχε κανένα σημάδι, ούτε χαρακιά, αν και στο αριστερό του χέρι φορούσε ένα δαχτυλίδι με τετράγωνο γρανάτη. Δεν μιλούσε και πολύ και, από τα λίγα που άκουσα, πάσχιζε να μην αποκαλύψει τίποτα, αλλά κουβαλούσε ένα εγχειρίδιο που στο σφαίρωμά του είχε χαραγμένα τα Τέσσερα Φεγγάρια του Οίκου Μάρνε».

Σταυρώνοντας τα χέρια του, ο Χάνλον έγειρε στη μία πλευρά του τζακιού και διατήρησε την έκφρασή του ψύχραιμη, παρά την τάση του να σκυθρωπιάσει. Ήταν σίγουρος ότι όλο αυτό το σχέδιο είχε καταστρωθεί για να πάρει η Ηλαίην τον θρόνο, αν και το τι θα γινόταν μετά παρέμενε μυστήριο. Του την είχαν υποσχεθεί ως βασίλισσα. Δεν τον ένοιαζε και πολύ αν θα φορούσε στέμμα ή όχι όταν θα την έπαιρνε, παρ’ όλο που θα προσέδιδε κάποια αίγλη —με πολύ ευχαρίστηση θα έσπαγε τον τσαμπουκά αυτού του κοριτσιού αν επρόκειτο για θυγατέρα αγρότη, κι ειδικά αφού τον είχε ντροπιάσει μπροστά σε άλλες γυναίκες!— αλλά οι επαφές με τους Σάραντ και τους Μάρνε μαρτυρούσαν ότι η Ηλαίην μπορεί να πέθαινε άστεπτη. Ίσως, παρά τις διάφορες υποσχέσεις να κερδίσει εύκολα μια βασίλισσα, είχε τοποθετηθεί εκεί μόνο και μόνο για να τη σκοτώσει σε κάποια δεδομένη στιγμή, όταν ο θάνατός της θα έφερνε το συγκεκριμένο αποτέλεσμα που αποζητούσε η Σιάιν. Ή, μάλλον, οι Εκλεκτοί που της είχαν δώσει τις ανάλογες διαταγές. Μοριντίν, έτσι αποκαλούνταν ο ένας εξ αυτών, όνομα που ο Χάνλον δεν είχε ακούσει ποτέ από τότε που ήρθε σε αυτό το σπίτι. Δεν τον απασχολούσε όμως. Αν ένας άνθρωπος είχε το τσαγανό να ισχυρίζεται πως ανήκει στους Εκλεκτούς, ο Χάνλον δεν ήταν χαζός για να ανακατευτεί. Αυτό που τον προβλημάτιζε ήταν η περίπτωση να τον έβλεπαν σαν έναν απλό μαχαιροβγάλτη. Τι σημασία είχε αν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου το εγχειρίδιο έσπαγε; Αρκεί που έκανε τη δουλειά του. Καλύτερα να είσαι η γροθιά που κρατά τη λαβή, παρά η λεπίδα.

«Μήπως είδες χρυσάφι ν’ αλλάζει χέρια;» ρώτησε. «Άκουσες τίποτα;»

«Θα σ’ το ’χα πει», αποκρίθηκε η γυναίκα με λεπτή φωνή. «Και, όπως συμφωνήσαμε, ήρθε η σειρά μου να κάνω ερωτήσεις».

Ο Χάνλον κατάφερε να κρύψει τον εκνευρισμό του πίσω από ένα βλέμμα προσμονής. Αυτή η ανόητη πάντα ρωτούσε για τις Άες Σεντάι του παλατιού ή για εκείνες που αποκαλούσε Σόι ή για τις Θαλασσινές. Χαζές ερωτήσεις. Κανείς δεν ήξερε ποιοι ήταν οι εχθροί και ποιοι οι φίλοι, ούτε ποιος αντάλλασσε πληροφορίες με ποιον και ποιος απέφευγε όλους τους υπόλοιπους. Τον ρώτησε αν είχε ακούσει τίποτα, λες και δεν είχε να κάνει τίποτα καλύτερο στον χρόνο του παρά να ενεδρεύει στους διαδρόμους, παρακολουθώντας τους πάντες. Ποτέ δεν της είχε πει ψέματα —υπήρχε πάντα η πιθανότητα να μάθει την αλήθεια, έστω και κολλημένη σε αυτό το σπίτι εκτελώντας χρέη υπηρέτριας. Σε τελική ανάλυση, ήταν Άες Σεντάι— αλλά ο Χάνλον το έβρισκε ολοένα και πιο δύσκολο να επινοήσει κάτι που δεν της είχε πει ήδη, η δε Φάλιον πείσμωνε και του έλεγε πως, αν ήθελε να πάρει πληροφορίες, έπρεπε να δώσει κιόλας. Πάντως, υπήρχαν κάποια ψήγματα ειδήσεων που μπορούσε να αποκαλύψει, όπως ότι κάποιες από τις Θαλασσινές είχαν φύγει κι οι υπόλοιπες βρίσκονταν επί οδός όλη τη μέρα, λες και τους είχες βάλει παγάκια στην πλάτη. Αυτή η πληροφορία θα έπρεπε να της αρκεί. Αυτό, όμως, που ήθελε να μάθει ο Χάνλον ήταν εξαιρετικά σημαντικό, όχι απλό κουτσομπολιό.