Выбрать главу

Προτού η γυναίκα εκφράσει την ερώτησή της, άνοιξε η εξώπορτα. Ο Μούρελιν ήταν αρκετά ογκώδης για να γεμίζει το πλαίσιο, ωστόσο ο παγερός αέρας στριφογύρισε στο εσωτερικό, μια ριπή που έκανε τη μικρή φωτίτσα του τζακιού να χορέψει, στέλνοντας σπίθες στο μπουρί της καμινάδας, μέχρι που ο τεράστιος άντρας έκλεισε την πόρτα. Τίποτα επάνω του δεν μαρτυρούσε όχι είχε αισθανθεί την παγωνιά, αλλά βέβαια το καφετί του πανωφόρι ήταν χοντρό σαν δύο μανδύες. Επιπλέον, ο άντρας όχι μόνο είχε μέγεθος βοδιού αλλά και μυαλό βοδιού. Ακουμπώντας με θόρυβο ένα ψηλό ξύλινο κύπελλο πάνω στο τραπέζι, έβαλε τους αντίχειρες πίσω από τη φαρδιά ζώνη του και κοίταξε μνησίκακα τον Χάνλον. «Γιατί ενοχλείς τη γυναίκα μου;» μουρμούρισε.

Ο Χάνλον αναπήδησε. Όχι από φόβο απέναντι σε αυτόν τον μπουνταλά τον Μούρελιν, που στεκόταν στην απέναντι μεριά του τραπεζιού. Αυτό που τον τρόμαξε ήταν η Άες Σεντάι, που αναπήδησε από το κάθισμά της κι άρπαξε την κρασοκανάτα. Ρίχνοντας μέσα την πιπερόριζα και τη σκελίδα, πρόσθεσε μια σέσουλα μέλι και στριφογύρισε την κανάτα σαν να ήθελε να ανακατέψει το μείγμα. Έπειτα χρησιμοποίησε μια πτυχή της φούστας της για να τραβήξει τη μασιά από τη φωτιά και να τη βάλει μέσα στο κρασί, δίχως να ελέγξει πόσο ζεστή ήταν. Δεν έριξε ούτε ματιά προς τη μεριά του Μούρελιν.

«Γυναίκα σου;» ρώτησε επιφυλακτικά ο Χάνλον. Η ερώτησή του έκανε τον άλλο να χαζογελάσει.

«Περίπου. Η Κυρία έκρινε πως μπορώ να εκμεταλλευτώ αυτό που δεν μπορείς εσύ. Τέλος πάντων, η Φάλι κι εγώ κρατάμε ο ένας τον άλλον ζεστό τις νύχτες». Ο Μούρελιν κίνησε να κάνει τον γύρο του τραπεζιού εξακολουθώντας να χασκογελάει, προς το μέρος της γυναίκας αυτή τη φορά. Μια κραυγή αντήχησε στον διάδρομο κι ο άντρας σταμάτησε στενάζοντας. Το μειδίαμα είχε χαθεί από το πρόσωπό του.

«Φάλιον!» ακούστηκε η μακρινή και κοφτή φωνή της Σιάιν. «Φέρε μου τον Χάνλον, και γρήγορα!» Η Φάλιον ακούμπησε την κανάτα στο τραπέζι με τόση δύναμη, που το κρασί χύθηκε από το χείλος της, και κίνησε προς την πόρτα πριν προλάβει η Σιάιν να αποτελειώσει τη φράση της. Η Φάλιον αναπηδούσε σε κάθε λέξη της άλλης γυναίκας.

Ο Χάνλον αναπήδησε κι αυτός, για διαφορετικό λόγο. Την πρόλαβε και της έπιασε το χέρι πριν ακουμπήσει το πόδι της στο πρώτο σκαλοπάτι. Μια σύντομη ματιά προς τα πίσω, του αποκάλυψε πως η πόρτα της κουζίνας ήταν κλειστή. Ίσως, τελικά, ο Μούρελιν κρύωνε. Ο Χάνλον μίλησε χαμηλόφωνα. «Τι σημαίνουν όλα αυτά;»

«Να μη σ’ ενδιαφέρει», αποκρίθηκε απότομα η γυναίκα. «Μπορείς να μου βρεις κάτι που να τον κάνει να κοιμηθεί; Κάτι που να μπορώ να ρίξω στην μπύρα ή στο κρασί του; Πίνει τα πάντα, όποια γεύση κι αν έχουν».

«Αν η Σιάιν πιστεύει πως δεν υπακούω στις διαταγές, είναι δική μου δουλειά, κι έτσι πρέπει να το δεις αν σε απασχολούν κι εσένα δύο σκέψεις ταυτόχρονα».

Η κοπέλα έγειρε το κεφάλι της και τον κοίταξε πάνω από εκείνη τη μακρόστενη μύτη, αδιάφορη σαν ψάρι. «Δεν έχει να κάνει μ’ εσένα αυτό. Όσον αφορά στη Σιάιν, εξακολουθώ να σου ανήκω όσο θα βρίσκεσαι εδώ. Βλέπεις, μερικά πράγματα έχουν αλλάξει». Ξαφνικά, κάτι αόρατο άδραξε τον καρπό του σφιχτά κι αποτράβηξε το χέρι του από το μανίκι της. Κάτι άλλο μαντάλωσε τον λαιμό του, σφίγγοντάς τον τόσο πολύ που δεν μπορούσε να ανασάνει. Με μια απεγνωσμένη κίνηση, άρχισε να ψαχουλεύει με το αριστερό του χέρι για το εγχειρίδιο. Ο τόνος της φωνής της παρέμεινε ψυχρός. «Σκέφτηκα πως και κάποια άλλα πράγματα θα μπορούσαν να αλλάξουν, αλλά η Σιάιν δεν σκέφτεται λογικά. Λέει πως όταν ο Μέγας Αφέντης Μοριντίν θελήσει να μειωθεί η ποινή μου, θα το πει. Ο Μοριντίν με έδωσε σε αυτή τη γυναίκα, κι ο Μούρελιν δεν είναι παρά το μέσον που χρησιμοποιεί η ίδια για να βεβαιωθεί ότι το έχω κατανοήσει κι ότι ξέρω πολύ καλά πως είμαι το σκυλάκι της μέχρι νεωτέρας». Ξαφνικά, η γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα κι η πίεση εξαφανίστηκε από τον καρπό κι από τον λαιμό του. Ποτέ στη ζωή του, δεν του είχε φανεί τόσο γλυκός ο αέρας. «Μπορείς να μου εξασφαλίσεις όσα σου ζήτησα;» τον ρώτησε, τόσο ήρεμα σαν να μην είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει πριν από ελάχιστες στιγμές με την καταραμένη τη Δύναμη. Και μόνο στη σκέψη ότι τον είχε αγγίξει αυτό το πράγμα, ανατρίχιαζε.