«Μπορώ...» άρχισε να λέει με βραχνή φωνή, και σταμάτησε για να καταπιεί, τρίβοντας τον λαιμό του. Ένιωθε σαν να του είχαν περάσει θηλιά. «Μπορώ να σου βρω κάτι που θα τον ρίξει σε ύπνο από τον οποίο δεν θα ξυπνήσει ποτέ». Με την πρώτη ευκαιρία, θα την ξεκοίλιαζε σαν χήνα.
Η γυναίκα ρουθούνισε χλευαστικά. «Θα είμαι η πρώτη που θα υποπτευθεί η Σιάιν. Προτιμώ να κόψω τις φλέβες μου, παρά να υποκύψω σε αυτό που θα αποφασίσει να μου κάνει. Αν ο Μούρελιν κοιμάται σαν βόδι όλη τη νύχτα, αρκεί. Άσε εμένα να σκεφτώ τι θα κάνουμε. Έτσι, θα είναι καλύτερα και για τους δυο μας». Ακούμπησε το χέρι της στον σκαλιστό ακροστάτη κι έριξε μια ματιά ψηλά, στα σκαλοπάτια. «Έλα. Όταν λέει τώρα, εννοεί τώρα». Κρίμα που δεν μπορούσε να την κρεμάσει σαν χήνα έτοιμη για σφάξιμο.
Ο Χάνλον την ακολούθησε με βαριά βήματα και με το κροτάλισμα από τις μπότες του να αντηχεί στον προθάλαμο της εισόδου. Του έκανε εντύπωση που δεν είχε ακούσει τον επισκέπτη να φεύγει. Εκτός αν το σπίτι διέθετε κάποια μυστική έξοδο, για την οποία ο ίδιος δεν είχε την παραμικρή ιδέα· υπήρχε μονάχα η μπροστινή πόρτα, η πόρτα της κουζίνας κι άλλη μία στο πίσω μέρος, προσβάσιμη αποκλειστικά μέσω της κουζίνας. Οπότε, φαίνεται πως τελικά δεν θα γλίτωνε τη συνάντηση με τον στρατιώτη. Ίσως, μάλιστα, είχε σκοπό να εμφανιστεί ξαφνικό. Με μια αδιόρατη κίνηση, χαλάρωσε το εγχειρίδιο στο θηκάρι.
Όπως ήταν αναμενόμενο, στο μπροστινό καθιστικό υπήρχε μια θεσπέσια πυρά που έκαιγε στο φαρδύ τζάκι από μάρμαρο με γαλαζωπές φλέβες. Άξιζε τον κόπο να κάνει κανείς πλιάτσικο σε αυτό το δωμάτιο με βάζα από Θαλασσινή πορσελάνη ακουμπισμένα στα βοηθητικά τραπέζια με τις επιχρυσωμένες άκρες, και με τις ταπετσαρίες και τα χαλιά που σίγουρα θα έπιαναν καλή τιμή στο εμπόριο. Μόνο που ένα από τα χαλιά ήταν πια άνευ αξίας. Ένας χαμηλός σωρός, καλυμμένος με κουβέρτες, κειτόταν καταμεσής του δωματίου, κι αν ο τύπος που ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό δεν είχε κηλιδώσει με το αίμα του το χαλί, ο Χάνλον θα έτρωγε τις μπόχες που εξείχαν από τη μια άκρη.
Η Σιάιν καθόταν σε μια σκαλιστή πολυθρόνα, μια όμορφη γυναίκα, ντυμένη με ένα χρυσοκέντητο ρούχο από γαλάζιο μετάξι, μια χρυσοποίκιλτη ζώνη κι ένα βαρύ χρυσό περιδέραιο γύρω από τον λεπτό λαιμό της. Τα στιλπνά καστανά μαλλιά της κρέμονταν μέχρι κάτω από τους ώμους της κι ήταν πιασμένα σε ένα δίχτυ από περίτεχνη δαντέλα. Εκ πρώτης όψεως, φάνταζε ντελικάτη, αλλά στο πρόσωπό της υπήρχε κάτι πανούργο, και το χαμόγελο δεν έφτανε μέχρι τα μεγάλα καστανά μάτια της. Χρησιμοποιούσε ένα μαντίλι με δαντελωτό περίγραμμα για να καθαρίσει ένα μικρό εγχειρίδιο, που στο σφαίρωμά του είχε μια φλογόσταλα. «Φάλιον, πήγαινε πες στον Μούρελιν ότι του έχω έτοιμο έναν... μπόγο... για να τον ξεφορτωθεί αργότερα», είπε με ήρεμη φωνή.
Το πρόσωπο της Φάλιον παρέμεινε ήρεμο σαν γυαλισμένο μάρμαρο, αλλά έκανε μια σχεδόν εξευτελιστικά δουλοπρεπή υπόκλιση και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο.
Παρακολουθώντας με την άκρη του ματιού του τη γυναίκα και το εγχειρίδιο, ο Χάνλον κινήθηκε προς το μέρος του καλυμμένου όγκου κι έσκυψε για να ανασηκώσει τη μία γωνιά της κουβέρτας. Γυάλινα γαλάζια μάτια τον αντίκρισαν από ένα πρόσωπο που, όσο ήταν ζωντανό, μάλλον θα φάνταζε τραχύ. Οι νεκροί φαίνονται πάντα πιο ήρεμοι. Προφανώς, δεν ήταν τόσο προσεκτικός, ούτε τόσο έξυπνος όσο νόμιζε η Φάλιον. Ο Χάνλον άφησε την κουβέρτα να πέσει και κορδώθηκε. «Είπε κάτι με το οποίο δεν συμφωνούσες, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε ευγενικά. «Ποιος ήταν;»
«Είπε κάμποσα πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούσα». Η γυναίκα κράτησε ψηλά το εγχειρίδιο, κοιτώντας εξεταστικά τη μικρή λεπίδα, για να βεβαιωθεί ότι ήταν καθαρή, κι έπειτα το άφησε να γλιστρήσει σε ένα θηκάρι από κατεργασμένο χρυσάφι, στη μέση της. «Για πες μου, δικό σου είναι το παιδί της Ηλαίην;»
«Δεν έχω ιδέα ποιος είναι ο πατέρας αυτού του κουταβιού», αποκρίθηκε πικρόχολα ο Χάνλον. «Γιατί ρωτάς, Αρχόντισσά μου; Νομίζεις πως θα γίνω πιο μαλθακός; Το τελευταίο κοριτσάκι που ισχυρίστηκε ότι της φύτεψα παιδί, βρέθηκε να κάνει μπάνιο σ’ ένα βαθύ πηγάδι, και φρόντισα να παραμείνει εκεί για πάντα». Πάνω σε έναν δίσκο σε κάποιο από τα βοηθητικά τραπεζάκια, υπήρχε μια ασημένια καράφα με μακρύ λαιμό και δύο σκαλιστές ασημένιες κούπες. «Είναι ασφαλείς;» ρώτησε ο Χάνλον κοιτώντας τις κούπες. Και οι δύο περιείχαν λίγο κρασί στον πάτο, αλλά, με μια ελάχιστη προσθήκη, ο νεκρός άντρας θα γινόταν εύκολο θύμα.