Выбрать главу

«Ήταν η Κατρέλ Μόσεναϊν, κόρη ενός σιδηροπώλη από το Μάερον», απάντησε ψύχραιμα η γυναίκα, λες κι επρόκειτο για κάτι πασίγνωστο, κι ο Χάνλον μόρφασε έκπληκτος. «Πριν την πετάξεις στο πηγάδι, της άνοιξες το κεφάλι με μια κοτρώνα, για να αποφύγει το βασανιστήριο του πνιγμού, αναμφίβολα». Πώς ήξερε το όνομα αυτής της τσούπρας, πόσω μάλλον τον τρόπο που την είχε σκοτώσει; Ούτε ο ίδιος δεν θυμόταν το όνομά της. «Όχι, αμφιβάλλω βάσιμα για το αν μπορείς να γίνεις μαλθακός, αλλά μου προκαλεί μίσος η σκέψη ότι φίλησες την Αρχόντισσα Ηλαίην χωρίς να το μάθω. Ατόφιο μίσος».

Ξαφνικά, κοίταξε συνοφρυωμένη το ματωμένο μαντίλι που κρατούσε στο χέρι της. Σηκώθηκε με χάρη, βάδισε σαν να γλιστρούσε πάνω στα χαλιά προς το μέρος της εστίας και το πέταξε στις φλόγες. Στάθηκε για λίγο εκεί για να ζεσταθεί, δίχως να ρίξει την παραμικρή ματιά προς το μέρος του. «Μπορείς να κανονίσεις να δραπετεύσουν μερικές Σωντσάν; Αν, μάλιστα, πρόκειται για αυτές που αποκαλούν σουλ’ντάμ και νταμέην, τόσο το καλύτερο». Δυσκολεύτηκε κάπως να προφέρει τις παράξενες ονομασίες. «Αν, όμως, δεν είναι εύκολο να δραπετεύσουν κι οι δύο, τότε καλύτερα μερικές σουλ’ντάμ, μια κι αυτές θα απελευθερώσουν κάμποσες από τις άλλες».

«Ίσως». Αίμα και στάχτες, πηδούσε από το ένα θέμα στο άλλο χειρότερα απ’ ό,τι η Φάλιον απόψε. «Δεν θα είναι και τόσο εύκολο, Αρχόντισσά μου, μια κι όλες τους φρουρούνται στενά».

«Δεν ρώτησα αν θα είναι εύκολο», αποκρίθηκε η Σιάιν, βυθίζοντας το βλέμμα της στις φλόγες. «Μπορείς να αποσπάσεις τους φρουρούς από τις αποθήκες τροφίμων; Πολύ θα το ευχαριστιόμουν αν καίγονταν κάμποσες από δαύτες. Κουράστηκα πια με τις αποτυχημένες προσπάθειες».

«Αυτό δεν μπορώ να το κάνω», μουρμούρισε ο Χάνλον, «εκτός κι αν ύστερα χαθώ από προσώπου γης. Το αρχείο διαταγών που κρατούν είναι τέτοιο που θα έκανε ακόμα κι έναν Καιρχινό να κοκκινίσει. Ούτως ή άλλως, δεν θα υπήρχε κανένα όφελος, μια κι αυτές οι καταραμένες πύλες αδειάζουν κάθε μέρα όλο και περισσότερες άμαξες». Στην πραγματικότητα, δεν στενοχωριόταν καθόλου αυτό. Ο τρόπος μετακίνησης, βέβαια, του προκαλούσε ναυτία, αλλά σίγουρα δεν στενοχωριόταν καθόλου. Όπως και να έχει, το παλάτι θα ήταν το τελευταίο μέρος στο Κάεμλυν που θα δοκιμαζόταν από την πείνα, κι άλλωστε είχε ζήσει και στο παρελθόν πολιορκίες κι από τις δύο μεριές, αλλά δεν σκόπευε να ριψοκινδυνέψει ξανά για μια σούπα. Ωστόσο, η Σιάιν ήθελε να ανάψει φωτιές.

«Άλλη μία απάντηση σε κάτι που δεν ρώτησα». Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της, εξακολουθώντας να κοιτάει τις φλόγες κι όχι τον ίδιο. «Ίσως, όμως, μπορεί να γίνει κάτι. Πώς αντιδράς σε αυτή τη... στοργή που σου δείχνει η Ηλαίην;» αποτελείωσε με κομψό τρόπο την πρότασή της.

«Πολύ πιο θετικά από τότε που πρωτοήρθα στο παλάτι», γρύλισε ο άντρας, αγριοκοιτάζοντας την πλάτη της. Προσπαθούσε να μην προσβάλλει ποτέ όσους οι Εκλεκτοί είχαν τοποθετήσει πάνω από εκείνον, αλλά ετούτο εδώ το κοριτσάκι έμοιαζε να τον δοκιμάζει. Μπορούσε να σπάσει αυτόν τον λεπτεπίλεπτο λαιμό σαν να ήταν κλαράκι! Για να απασχολήσει τα χέρια του και να μην τυλιχτούν γύρω από τον λαιμό της, γέμισε με κρασί μια κούπα και την κράτησε, με το αριστερό χέρι βέβαια, δίχως να σκοπεύει να πιει. Το ότι υπήρχε ήδη ένας νεκρός άντρας στο δωμάτιο δεν σήμαινε οπωσδήποτε ότι η γυναίκα δεν είχε σκοπό να κάνει δύο τα πτώματα. «Πρέπει, όμως, να κινηθώ πολύ προσεκτικά. Δεν φτάνει να τη στριμώξω σε μια γωνία και να αρχίσω να τη γαργαλάω».

«Υποθέτω πως όχι», είπε η Σιάιν πνιχτά. «Δεν ανήκει στο είδος των γυναικών που έχεις συνηθίσει». Γελούσε, άραγε; Διασκέδαζε μαζί του; Μετά βίας συγκρατιόταν να μην πετάξει κάτω το κρασοπότηρο και να στραγγαλίσει τούτο το κοριτσάκι με την αλεπουδίσια φάτσα.

Ξαφνικά, η Σιάιν στράφηκε προς το μέρος του, κι ο Χάνλον βλεφάρισε καθώς η γυναίκα θηκάρωσε προσεκτικά το εγχειρίδιο. Ούτε που πήρε είδηση πότε το είχε τραβήξει! Αφηρημένος, ρούφηξε μια γουλιά κρασί και κόντεψε να πνιγεί μόλις συνειδητοποίησε τι έκανε.

«Θα σου άρεσε να δεις το Κάεμλυν λεηλατημένο;» τον ρώτησε.

«Αρκετά, αν είχα μερικούς δικούς μου να μου καλύπτουν τα νώτα και μπροστά μου ένα μονοπάτι που να οδηγεί στις πύλες». Το κρασί ήταν μάλλον ασφαλές. Τα δύο ποτήρια σήμαιναν ότι είχε πιει κι η ίδια, αλλά κι αν ακόμα είχε πάρει την κούπα του νεκρού άντρα, το δηλητήριο που είχε απομείνει ήταν τόσο λίγο, που δεν θα αρρώσταινε ούτε ποντικό. «Αυτό θέλεις; Ακολουθώ διαταγές, όπως ο καθένας». Κι, όντως, αυτό έκανε όταν ετίθετο θέμα επιβίωσης ή όταν προερχόταν κατευθείαν από τους Εκλεκτούς. Άλλωστε, καλύτερα να πέθαινε σαν ανόητος παρά να παράκουε τους Εκλεκτούς. «Μερικές φορές, ωστόσο, βοηθάει να ξέρω κάτι περισσότερο από το "πήγαινε εκεί και κάνε αυτό". Αν μου πεις τι ψάχνεις να βρεις εδώ, στο Κάεμλυν, ίσως μπορέσω να σε βοηθήσω να το βρεις γρηγορότερα».