«Φυσικά». Του χαμογέλασε αποκαλύπτοντας τα δόντια της, ενώ το βλέμμα της παρέμεινε άτονο κι άψυχο. «Πρώτα, όμως, πες μου, γιατί υπάρχει φρέσκο αίμα πάνω στο γάντι σου;»
Ο άντρας ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Είναι το αίμα ενός άτυχου ληστή, Αρχόντισσά μου». Ίσως να τον είχε στείλει η Σιάιν, ίσως όχι, αλλά ο Χάνλον πρόσθεσε τον λαιμό της στη λίστα εκείνων που σκόπευε να κόψει. Ίσως, δε, πρόσθετε και τον λαιμό της Μάριλιν Γκεμάλφιν. Σε τελική ανάλυση, ο μόνος επιζών είναι κι ο μόνος που μπορεί να διηγηθεί τι ακριβώς συνέβη.
16
Το Αντικείμενο των Διαπραγματεύσεων
Ο ήλιος του πρωινού μόλις είχε ανατείλει στον ορίζοντα, αφήνοντας την κοντινότερη μεριά της Ταρ Βάλον τυλιγμένη ακόμα στις σκιές, αν και το χιόνι που κάλυπτε τα πάντα έλαμπε έντονα. Η ίδια η πόλη έμοιαζε ν’ αστράφτει πίσω από τα μακρά λευκά τείχη με τους πανύψηλους πύργους και τα λάβαρα, αλλά για την Εγκουέν, που ήταν καβάλα στο διάστικτο άλογά της στην όχθη του ποταμού πάνω από την πόλη, φάνταζε ακόμα πιο μακρινή απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα. Ο ποταμός Ερινίν πλάταινε περισσότερο από δύο μίλια εδώ, ενώ ο Αλιντρέλ Ερινίν κι ο Οσεντρέλ Ερινίν, που χύνονταν εκατέρωθεν του νησιού, είχαν σχεδόν το μισό πλάτος, έτσι ώστε η Ταρ Βάλον έμοιαζε να βρίσκεται καταμεσής μιας μεγάλης λίμνης, απρόσιτη παρά τις ογκώδεις γέφυρες που υψώνονταν πάνω από τα νερά για να περνούν εύκολα τα πλοία από κάτω. Ο ίδιος ο Λευκός Πύργος, ένας φαρδύς κι άσπρος σαν κόκαλο άξονας, που έφτανε σε ένα απίστευτο ύψος από την καρδιά της πόλης, γέμιζε την καρδιά της γυναίκας με νοσταλγία. Όχι για τους Δύο Ποταμούς, αλλά για τον Πύργο. Αυτός ήταν το σπίτι της τώρα. Διέκρινε μια τολύπη καπνού, μια αδιόρατη μαύρη γραμμή που ανέβαινε από τη μακρινή όχθη, πέρα από την πόλη, και μόρφασε. Ο Ντάισαρ ποδοπάτησε με τις οπλές του το χιόνι, αλλά ένα φιλικό χτύπημα στον λαιμό του ήταν αρκετό για να ηρεμήσει. Ωστόσο, θα χρειαζόταν κάτι περισσότερο για να ηρεμήσει κι η αναβάτισσά του. Η νοσταλγία ήταν το λιγότερο. Το ελάχιστο, συγκριτικά με όλα τα υπόλοιπα.
Αναστενάζοντας, ακούμπησε τα γκέμια στο ψηλό μπροστάρι της σέλας κι ανασήκωσε το μακρόστενο κανοκιάλι με την μπρούντζινη επένδυση. Ο μανδύας της έπεσε πίσω, γλιστρώντας από τον έναν ώμο, αλλά η γυναίκα αγνόησε το κρύο που έκανε την ανάσα της να αχνίζει, και τοποθέτησε ένα γαντοφορεμένο χέρι στους μπροστινούς φακούς, για να τους σκιάσει και να μην πέφτει επάνω τους η εκτυφλωτική λάμψη του ήλιου. Τα τείχη της πόλης ήρθαν πιο κοντά. Εστίασε στους ψηλούς σκαλιστούς βραχίονες του Βόρειου Λιμανιού που εξείχαν προς τα ανοδικά ρεύματα. Κόσμος πηγαινοερχόταν στις πολεμίστρες που κύκλωναν τα τείχη, αλλά από αυτή την απόσταση μετά βίας ξεχώριζε τους άντρες από τις γυναίκες. Χαιρόταν, πάντως, που δεν φορούσε το επιτραχήλιο με τις εφτά ρίγες και που το πρόσωπό της ήταν κουκουλωμένο, γιατί μπορεί κάποιος από την απέναντι μεριά να διέθετε ισχυρότερο κανοκιάλι από το δικό της. Το πλατύ στόμιο του χειροποίητου λιμανιού φρασσόταν από μια ογκώδη σιδερένια αλυσίδα, τεντωμένη λίγα πόδια πάνω από τα νερά. Μικρές κουκκίδες στο νερό, πουλιά που βουτούσαν για να πιάσουν ψάρια στο λιμάνι, μαρτυρούσαν το πραγματικό μέγεθος της αλυσίδας. Ένας και μόνο κρίκος της είχε το μέγεθος μιας δρασκελιάς κι απαιτούνταν τουλάχιστον δύο άντρες για να μετακινηθεί. Μια βάρκα θα μπορούσε να περάσει ξυστά από κάτω, αλλά κανένα σκάφος αξιόλογου μεγέθους δεν μπορούσε να εισέλθει, εκτός αν το επέτρεπε ο Λευκός Πύργος. Φυσικά, σκοπός της αλυσίδας ήταν να κρατάει μακριά τους εχθρούς.
«Να τοι, Μητέρα», μουρμούρισε ο Άρχοντας Γκάρεθ κι η γυναίκα χαμήλωσε το κανοκιάλι της. Ο στρατηγός της ήταν ένας γεροδεμένος άντρας που φορούσε έναν απέριττο θώρακα πάνω από ένα καφετί πανωφόρι. Τα ρούχα του δεν είχαν το παραμικρό ίχνος επιχρύσωσης ή κεντήματος. Το πρόσωπό του ήταν τραχύ κι ανεμοδαρμένο πίσω από τις μπάρες της περικεφαλαίας του, ενώ τα χρόνια τον έκαναν να εκπέμπει ένα παράξενο μείγμα άνεσης κι ηρεμίας. Και μόνο που έβλεπες τον Γκάρεθ Μπράυν, καταλάβαινες αμέσως ότι, ακόμα κι αν άνοιγε μπροστά του το Χάσμα του Χαμού, εκείνος θα κατέπνιγε τον τρόμο του και θα έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο. Και σίγουρα θα τον ακολουθούσαν κι άλλοι. Είχε αποδείξει πολλές φορές στα πεδία των μαχών πως, μόνο αν τον ακολουθούσε κανείς, θα έβρισκε το μονοπάτι για τη νίκη. Η Εγκουέν ήταν τυχερή που είχε έναν τέτοιον άνθρωπο πλάι της. Το βλέμμα της ακολούθησε το γαντοφορεμένο του χέρι, που έδειχνε προς την πάνω πλευρά του ποταμού.