Выбрать главу

Πίσω από μια προεξέχουσα λουρίδα γης, πρόβαλαν πέντ’ έξι —όχι, εφτά— ποταμόπλοια που χάραζαν αυλάκια στα νερά του Ερινίν. Θεωρούνταν μεγάλα σκάφη για τα δεδομένα του ποταμού, το ένα μάλιστα είχε τρία κατάρτια και τα τριγωνικά του πανιά ήταν υπερυψωμένα, ενώ τα μακρόστενα κουπιά τους έσκιζαν τα γαλαζοπράσινα νερά, ενισχύοντας με ακόμα περισσότερη ταχύτητα τα πλοιάρια. Καθετί σε αυτά τα πλεούμενα μαρτυρούσε διακαή πόθο για ταχύτητα, πόθο να φτάσουν στην Ταρ Βάλον τώρα! Το ποτάμι ήταν αρκετά βαθύ στο συγκεκριμένο σημείο και τα σκάφη μπορούσαν να φτάσουν σε αρκετά κοντινή απόσταση από τις όχθες, αλλά τα συγκεκριμένα έπλεαν σε σχηματισμό φάλαγγας κι όσο το δυνατόν πιο κοντά στο κέντρο του Ερινίν μπορούσαν να τα φέρουν οι πηδαλιούχοι, πηγαίνοντας κόντρα στον άνεμο. Ναύτες σκαρφαλωμένοι στα ισχία έριχναν ματιές σε όλο το μήκος της ακτογραμμής, κι όχι μόνο για να εντοπίσουν ξέρες.

Στην πραγματικότητα, δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν όσο παρέμεναν εκτός του βεληνεκούς των τόξων. Ναι, από το σημείο που στεκόταν, η Εγκουέν μπορούσε αν ήθελε να βάλει φωτιά σε καθένα από αυτά τα πλοιάρια ή απλώς να τα εμβολίσει και να τα αφήσει να βυθιστούν. Ήταν ζήτημα μερικών λεπτών. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση, κάποιοι από το πλήρωμα θα πνίγονταν. Τα ρεύματα ήταν δυνατά, το νερό παγωμένο κι η ακτή απείχε αρκετά, άσε που ίσως δεν ήξεραν όλοι να κολυμπούν. Έστω κι ένας θάνατος αρκούσε για να κατηγορηθεί ότι είχε χρησιμοποιήσει τη Δύναμη ως όπλο. Προσπαθούσε να ζει σαν να είχε ήδη δεσμευτεί από τους Τρεις Όρκους, κι οι Όρκοι προστάτευαν αυτά τα πλοιάρια από την ίδια κι από οποιαδήποτε άλλη αδελφή. Μια αδελφή ορκισμένη στη Ράβδο των Όρκων δεν ήταν δυνατόν να αναγκάσει τον εαυτό της να φτιάξει αυτές τις υφάνσεις, ίσως ούτε καν να τις σχηματίσει, εκτός αν ήταν πεπεισμένη ότι κινδύνευε από τα πλοιάρια. Προφανώς όμως, ούτε οι καπετάνιοι ούτε το πλήρωμα πίστευαν κάτι τέτοιο.

Καθώς τα ποταμόπλοια πλησίασαν, κραυγές ψιλές σαν κλωστή από την απόσταση διέσχισαν τα νερά. Οι ναύτες που ήταν σκαρφαλωμένοι στα κατάρτια έδειχναν προς το μέρος της Εγκουέν και του Γκάρεθ, περνώντας την αναμφίβολα για Άες Σεντάι με τον Πρόμαχό της. Αν μη τι άλλο, οι καπετάνιοι φάνηκαν απρόθυμοι να τη θεωρήσουν κάτι άλλο. Μια στιγμή αργότερα, ο ρυθμός των κουπιών αυξήθηκε, ελάχιστα βέβαια, αλλά οι κωπηλάτες πάλευαν να τον διατηρήσουν. Μια γυναίκα στο πρυμναίο κατάστρωμα του πλοιαρίου που ηγούνταν των άλλων, καπετάνισσα μάλλον, κουνούσε μανιασμένα τα χέρια της, σαν να απαιτούσε από το πλήρωμα να καταβάλει ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια, και μια χούφτα άντρες άρχισαν να τρέχουν πέρα-δώθε στο κατάστρωμα, σφίγγοντας ή χαλαρώνοντας τα σχοινιά, ανάλογα με το αν ήθελαν να αλλάξουν τη γωνία των πανιών σε σχέση με το άνεμο, παρ’ όλο που η Εγκουέν δεν είδε να καταφέρνουν κάτι. Υπήρχαν κι άλλοι άντρες στα καταστρώματα εκτός από τους ναύτες, οι περισσότεροι εκ των οποίων συνωστίζονταν στην κουπαστή, ενώ μερικοί είχαν ανασηκώσει κανοκιάλια και κοίταζαν. Κάποιοι φαίνονταν να μετρούν την απόσταση που έπρεπε να καλυφθεί για να φτάσουν στην ασφάλεια του λιμανιού.

Σκέφτηκε να υφάνει μια αναλαμπή, μια έκρηξη φωτός ακολουθούμενη ίσως από έναν δυνατό κρότο, πάνω από κάθε πλοιάριο ξεχωριστά. Όποιος διέθετε λίγο μυαλό παραπάνω, θα καταλάβαινε πως ούτε η ταχύτητα ούτε η απόσταση ήταν ικανές να τους διατηρήσουν ασφαλείς, παρά μόνο η ανοχή που πήγαζε από τους Τρεις Όρκους. Έπρεπε να μάθουν ότι ήταν ασφαλείς λόγω των Άες Σεντάι. Ξεφυσώντας βαριά, κούνησε το κεφάλι της κι επέπληξε νοητικά τον εαυτό της. Αυτή η απλή ύφανση σίγουρα θα τραβούσε την προσοχή κάποιον από την πόλη πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η εμφάνιση μιας αδελφής. Οι αδελφές έρχονταν συχνά στις όχθες του ποταμού για να ατενίσουν την Ταρ Βάλον και τον Πύργο. Ακόμα κι αν η μοναδική αντίδραση στις αναλαμπές της ήταν κάποιο είδος αντίστροφης επίδειξης, από τη στιγμή που θα ξεκινούσε ο αγώνας, θα ήταν πολύ δύσκολο να σταματήσει, κι ίσως τα πράγματα ξέφευγαν από κάθε έλεγχο. Είχαν υπάρξει πάρα πολλές ευκαιρίες να συμβεί κάτι τέτοιο, όπως φαινόταν, κυρίως τις πέντε τελευταίες μέρες.

«Ο λιμενάρχης δεν έχει αφήσει να περάσουν πάνω από οκτώ-εννιά πλοία τη φορά από τότε που φτάσαμε εδώ», είπε ο Γκάρεθ καθώς το πρώτο πλοίο τοποθετήθηκε παράπλευρα, «αλλά φαίνεται πως οι καπετάνιοι συγχρονίστηκαν σωστά. Σύντομα, θα εμφανιστεί κι άλλη φάλαγγα και θα φτάσει στην πόλη την ώρα που οι Φρουροί του Πύργου θα είναι σίγουροι ότι αυτοί οι τύποι έχουν έρθει για να καταταγούν. Ο Τζίμαρ Τσουμπάιν κάτι ξέρει που έχει πάρει τα μέτρα του για να μην επιβιβάζω λαθραία άντρες στα πλοία. Έχει βάλει περισσότερους Φρουρούς στο λιμάνι απ’ οπουδήποτε αλλού, εκτός από τους πύργους στη γέφυρα και, απ’ ό,τι έμαθα, πουθενά αλλού δεν έχει τοποθετήσει τόσο πολλούς. Αυτό θα αλλάξει, ωστόσο. Η ροή των πλοίων ξεκινά την αυγή και διαρκεί έως το σούρουπο, τόσο εδώ όσο και στο Νότιο Λιμάνι. Αυτή η ομάδα δεν φαίνεται να μεταφέρει τόσους στρατιώτες σε σχέση με άλλες. Κάθε σχέδιο είναι εξαιρετικό έως ότου φθάσει η κρίσιμη μέρα, Μητέρα, όμως τότε πρέπει να προσαρμοστείς στις περιστάσεις, αλλιώς χάθηκες».