Η Εγκουέν άφησε έναν ήχο εκνευρισμού. Πάνω σε αυτά τα εφτά πλοία θα πρέπει να υπήρχαν περισσότεροι από διακόσιους επιβάτες. Κάποιοι θα ήταν έμποροι, χονδρέμποροι ή κάποιο άλλο είδος αθώων ταξιδευτών, αλλά ο βυθισμένος ήλιος στον ορίζοντα έριχνε το φως του πάνω σε περικεφαλαίες, θώρακες και ατσάλινους δίσκους σε δερμάτινα γιλέκα. Πόσες καραβιές κατέφθαναν, άραγε, κάθε μέρα; Όσες και να ήταν όμως, γεγονός παρέμενε ότι συνέρρεαν σταθερά στην πόλη για να καταταγούν υπό τις διαταγές του Ύπατου Ηγέτη Τσουμπάιν. «Γιατί οι άντρες βιάζονται πάντα τόσο πολύ να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν;» μουρμούρισε εκνευρισμένη η Εγκουέν.
Ο Άρχοντας Γκάρεθ την κοίταξε ήρεμος. Ανακάθισε στο άλογό του, ένα μεγάλο καστανοκόκκινο μουνούχι με μια λευκή λωρίδα κατά μήκος της μύτης του, σαν άγαλμα. Μερικές φορές, η Εγκουέν νόμιζε πως μπορούσε να κατανοήσει ένα μικρό μέρος των συναισθημάτων της Σιουάν γι’ αυτόν τον άντρα. Άλλες φορές, πάλι, είχε την εντύπωση πως, ανεξαρτήτως προσπάθειας, άξιζε τον κόπο να τον ξαφνιάζει, απλά και μόνο για να τον δει ξαφνιασμένο.
Δυστυχώς, γνώριζε την απάντηση στην ερώτηση της τόσο καλά όσο κι εκείνος. Σε σχέση με τους άντρες που κατατάσσονταν, τουλάχιστον. Φυσικά, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευδαν να υποστηρίξουν έναν σκοπό ή να υπερασπιστούν αυτό που θεωρούσαν ως δίκαιο, ενώ άλλοι αναζητούσαν την περιπέτεια, ό,τι κι αν νόμιζαν πως ήταν αυτό, αλλά ήταν γεγονός ότι ένας άντρας μπορούσε να κερδίσει διπλάσιο ημερομίσθιο φέροντας ένα δόρυ ή μια λόγχη παρά οργώνοντας τη γη κάποιου άλλου. Επιπλέον, μπορούσε να κερδίσει ακόμα περισσότερα χρήματα αν ήξερε να ιππεύει και κατατασσόταν στο ιππικό. Οι τοξότες κι οι βαλλιστροφόροι αποτελούσαν ενδιάμεση κατηγορία. Ο άντρας που δούλευε για λογαριασμό κάποιου άλλου ίσως ονειρευόταν ν’ αποκτήσει το δικό του αγρόκτημα ή το δικό του μαγαζί κάποια μέρα, ή έστω να ξεκινήσει κάτι που θα κληρονομούσαν και θα επέκτειναν τα παιδιά του, αλλά σίγουρα είχε ακούσει χιλιάδες ιστορίες στρατιωτών που υπηρέτησαν για πέντε-δέκα χρόνια κι επέστρεψαν με αρκετό χρυσάφι για να ζήσουν άνετα το υπόλοιπο της ζωής τους, όπως επίσης ιστορίες κοινών μικροαστών που έγιναν στρατηγοί κι άρχοντες. Για έναν φτωχό, έλεγε χωρίς περιστροφές ο Γκάρεθ, η αιχμή του δόρατος είναι πολύ καλύτερη θέα από τα πισινά του αλόγου που σέρνει το άροτρο στα χωράφια κάποιου άλλου, έστω κι αν ήταν πολύ πιο πιθανό να πεθάνει από το δόρυ παρά να κερδίσει φήμη ή περιουσία. Οι προοπτικές ήταν κάπως άσχημες, αλλά η Εγκουέν δεν δυσκολευόταν να φανταστεί πώς έβλεπε τα πράγματα η πλειονότητα των επιβατών σ’ εκείνα τα πλοία. Από την άλλη, κάπως έτσι δεν είχε φτιάξει κι η ίδια τον στρατό της; Για κάθε άντρα που επιθυμούσε να δει τη σφετερίστρια να απομακρύνεται από την Έδρα της Άμερλιν, για κάθε άντρα που γνώριζε καλά ποια ήταν η Ελάιντα, υπήρχαν άλλοι δέκα, ίσως κι εκατό, που κατατάσσονταν μόνο και μόνο για τα λεφτά. Κάποιοι από τους άντρες των πλοίων σήκωναν τα χέρια τους, για να δείξουν στους φρουρούς των τειχών του λιμανιού ότι δεν κρατούσαν όπλα.
«Όχι», είπε κι ο Άρχοντας Γκάρεθ αναστέναξε. Όταν μίλησε, η φωνή του εξακολουθούσε να είναι ήρεμη αλλά τα λόγια του διόλου καθησυχαστικά.
«Μητέρα, όσο τα λιμάνια παραμένουν ανοιχτά, η Ταρ Βάλον θα τρέφεται καλύτερα από εμάς, κι αντί να εξασθενήσει από λιμό, η Φρουρά του Πύργου θα δυναμώνει ολοένα και περισσότερο. Πολύ αμφιβάλλω αν η Ελάιντα θ’ αφήσει τον Τσουμπάιν να μας επιτεθεί, άσχετα από το αν το εύχομαι. Κάθε μέρα καθυστέρησης επιβαρύνει τον λογαριασμό του χασάπη, τον οποίο πρέπει να πληρώσουμε αργά ή γρήγορα. Έχω επισημάνει εξ αρχής ότι το όλο πράγμα θα καταλήξει σε επίθεση τελικά, κι αυτό δεν έχει αλλάξει, μα έχουν αλλάξει όλα τα υπόλοιπα γύρω μας. Πες στις αδελφές να περάσουν εμένα και τους άντρες μου από τα τείχη, κι εγώ θα καταλάβω την Ταρ Βάλον. Δεν θα γίνει αναίμακτα, βέβαια. Αυτά τα πράγματα ποτέ δεν γίνονται αναίμακτα. Μπορώ, όμως, να πάρω την πόλη για χάρη σου. Άσε που, όσο λιγότερο καθυστερείς, τόσο λιγότεροι θα πεθάνουν».