Η γυναίκα ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι, τόσο σφιχτό που μετά βίας μπορούσε να πάρει ανάσα. Προσεκτικά, βήμα-βήμα, άρχισε να κάνει κάποιες ασκήσεις των μαθητευομένων για να χαλαρώσει. Η όχθη περικλείει τον ποταμό, τον καθοδηγεί χωρίς να μπορεί να τον ελέγξει. Αισθάνθηκε την ηρεμία να απλώνεται μέσα της.
Πάρα πολλοί άνθρωποι είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται πόσο χρήσιμες ήταν οι πύλες κι, από μια άποψη, ο Γκάρεθ αντιπροσώπευε τους χειρότερους. Δουλειά του ήταν ο πόλεμος και την έκανε πολύ καλά. Με το που έμαθε ότι μια πύλη μπορούσε να χωρέσει περισσότερους από μια μικρή ομάδα ανθρώπων τη φορά, είχε καταλάβει αμέσως τι σήμαινε αυτό. Ακόμα και τα τρανά τείχη της Ταρ Βάλον, πέρα από το βεληνεκές οποιουδήποτε πολιορκητικού καταπέλτη που δεν ήταν τοποθετημένος σε μαούνα, κι ενισχυμένα με τη Δύναμη, έτσι ώστε ακόμη κι ο μεγαλύτερος καταπέλτης να μη δύναται να τα στοχεύσει, θα έμοιαζαν χάρτινα για έναν στρατό που μπορούσε να Ταξιδέψει. Άσχετα, όμως, με το τι είχε μάθει ο Γκάρεθ Μπράυν και τι όχι, υπήρχαν κι άλλοι που θα επεξεργάζονταν αυτή την ιδέα. Οι Άσα’μαν μάλλον το είχαν σκεφτεί ήδη. Ο πόλεμος ήταν ανέκαθεν φρικτός, αλλά μάλλον θα γινόταν φρικτότερος.
«Όχι», επανέλαβε η Εγκουέν. «Ξέρω πολύ καλά ότι θα πεθάνουν πολλοί πριν τελειώσει η ιστορία». Το Φως να τη βοηθήσει, αλλά τους έβλεπε να πεθαίνουν κλείνοντας απλώς τα μάτια της. Ωστόσο, θα πέθαιναν ακόμα περισσότεροι αν έκανε τις λάθος εκτιμήσεις, κι όχι μονάχα εδώ. «Χρέος μου, όμως, είναι να διατηρήσω τον Λευκό Πύργο ζωντανό —ενάντια στην Τάρμον Γκάι’ντον— ορθωμένο ανάμεσα στον κόσμο και στους Άσα’μαν, κι ο Πύργος δεν έχει καμιά ελπίδα να ζήσει αν οι αδελφές αρχίσουν να αλληλοσκοτώνονται στους δρόμους της Ταρ Βάλον». Είχε ήδη συμβεί μία φορά στο παρελθόν. Ήταν ανεπίτρεπτο να ξανασυμβεί. «Αν πεθάνει ο Λευκός Πύργος, θα πεθάνει κι η ελπίδα. Δεν θα έπρεπε να σ’ το επαναλάβω».
Ο Ντάισαρ χρεμέτισε και τίναξε το κεφάλι του, κάνοντας απότομες κινήσεις λες κι είχε αισθανθεί τον εκνευρισμό της, αλλά η Εγκουέν τράβηξε τα γκέμια με σταθερό χέρι κι έκρυψε το κανοκιάλι στη δερμάτινη εργαλειοθήκη που κρεμόταν από τη σέλα της. Τα πουλιά παράτησαν το ψάρεμα της λείας τους κι εκτοξεύτηκαν στον αέρα, καθώς η χοντρή αλυσίδα που έφρασσε το Βόρειο Λιμάνι άρχισε να χαμηλώνει. Θα βυθιζόταν κάτω από την επιφάνεια του νερού πολύ προτού βρεθεί το πρώτο πλοίο στο στόμιο του λιμανιού. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που είχε καταφτάσει κι η ίδια στην Ταρ Βάλον με παρόμοιο τρόπο; Ούτε που θυμόταν πια. Σαν να είχε περάσει μία ολόκληρη Εποχή. Η κοπέλα που βγει τότε στη στεριά, για να συναντήσει την Κυρά των Μαθητευομένων, ήταν κάποια άλλη.
Ο Γκάρεθ κούνησε το κεφάλι του με μια γρήγορη γκριμάτσα. Δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. «Εσύ, Μητέρα, μπορεί να έχεις χρέος να διατηρήσεις ζωντανό τον Λευκό Πύργο, αλλά είναι δική μου δουλειά να σου τον παραδώσω. Εκτός αν τα πράγματα έχουν αλλάξει και δεν έχω ενημερωθεί. Βλέπω αδελφές να ψιθυρίζουν και να κοιτάνε πάνω από τον ώμο τους, παρ’ όλο που δεν έχω ιδέα τι σημαίνει αυτό. Αν εξακολουθείς να θέλεις τον Πύργο, καλύτερα να επιτεθούμε, και μάλιστα το συντομότερο δυνατόν».
Ξαφνικά, το πρωινό φάνηκε σκοτεινιασμένο, λες κι ο ήλιος είχε καλυφθεί από σύννεφα. Ό,τι κι αν έκανε η Εγκουέν, οι νεκροί θα στοιβάζονταν σαν καυσόξυλα, αλλά έπρεπε να κρατήσει ζωντανό τον Λευκό Πύργο πάση θυσία. Όταν δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, πρέπει να διαλέξεις αυτή που δείχνει λιγότερο λανθασμένη.
«Αρκετά είδα», είπε ήσυχα. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στη λεπτή γραμμή του καπνού πέρα από την πόλη, έστρεψε τον Ντάισαρ προς τα δέντρα, σε απόσταση εκατό βημάτων από το ποτάμι, εκεί όπου την περίμενε η συνοδεία της ανάμεσα στις αειθαλείς χαμοδάφνες και στις απογυμνωμένες από τον χειμώνα οξιές και σημύδες.
Διακόσιοι ελαφρά οπλισμένοι άντρες του ιππικού, με δερμάτινες πανοπλίες ή πανωφόρια καλυμμένα με μεταλλικούς δίσκους, σίγουρα θα τραβούσαν την προσοχή αν εμφανίζονταν στις όχθες του ποταμού, αλλά ο Γκάρεθ την είχε πείσει για την αναγκαιότητα αυτών των αντρών με τις λεπτές λόγχες και τα κοντά τόξα. Αναμφίβολα, οι τολύπες καπνού που υψώνονταν από τη μακρινή όχθη προέρχονταν από φλεγόμενες καρότσες ή άμαξες με προμήθειες. Δεν ήταν παρά μικροενοχλήσεις, ωστόσο αυτές οι μικροενοχλήσεις συνέβαιναν κάθε νύχτα, μία, δύο ή και τρεις φορές, μέχρι που το πρωί όλοι έψαχναν μόλις ξυπνούσαν να βρουν στον ορίζοντα σημάδια καπνού. Μέχρι στιγμής, είχε αποδειχτεί σχεδόν αδύνατον να κυνηγήσουν τους επιδρομείς. Αιφνίδιες ριπές χιονιού ή μανιασμένοι και παγωμένοι νυχτερινοί άνεμοι κύκλωναν τους διώκτες, ενώ τα ίχνη χάνονταν ξαφνικά κι απότομα, με το χιόνι πέρα από το τελευταίο αποτύπωμα της οπλής απαλό σαν φρεσκοστρωμένο. Τα απομεινάρια των υφάνσεων μαρτυρούσαν ότι οι δράστες βοηθούνταν από Άες Σεντάι, οπότε δεν είχε νόημα να διακινδυνεύσουν στην περίπτωση που η Ελάιντα είχε τοποθετήσει δικούς της άντρες ή κι αδελφές και στην από δω πλευρά του ποταμού. Ελάχιστα πράγματα θα ευχαριστούσαν περισσότερο την Ελάιντα από το να βάλει στο χέρι την Εγκουέν αλ’Βέρ.