«Ιδιαιτέρως, αν έχεις την καλοσύνη, Μητέρα», είπε η Ντελάνα, τραβώντας προς τα πίσω τη σκούρα κουκούλα της, για να αποκαλύψει μαλλιά σχεδόν ασημιά. Η φωνή της ήταν αρκετά μπάσα για γυναικεία αλλά όχι ιδιαίτερα επιτακτική για άνθρωπο που έχει να αναφέρει κάτι εξαιρετικής σημασίας.
Η παρουσία της αποτελούσε έκπληξη. Η Ντελάνα υποστήριζε συχνά την Εγκουέν στην Αίθουσα του Πύργου, όπου οι Καθήμενες στρεψόδικούσαν για το αν μια συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε όντως στον πόλεμο εναντίον της Ελάιντα. Αυτό σήμαινε ότι ο Πύργος έπρεπε να στηρίζει υποχρεωτικά τις διαταγές της Εγκουέν σαν να ήταν ομόφωνα αποδεκτές, ενώ ακόμα κι οι Καθήμενες που υποστήριζαν τον πόλεμο, δεν αρέσκονταν σε αυτή τη μικρή λεπτομέρεια, η οποία οδηγούσε σε ατελείωτες λογομαχίες. Ήθελαν να ρίξουν την Ελάιντα, αλλά αν ήταν στο χέρι τους, η Αίθουσα δεν θα έκανε τίποτε άλλο από το να διαφωνεί. Για να πούμε την αλήθεια, η υποστήριξη της Ντελάνα δεν ήταν πάντα καλοδεχούμενη. Τη μία μέρα μπορεί να ήταν η προσωποποίηση της Γκρίζας διαπραγματεύτριας που αποζητούσε ομοφωνία, και την επομένη να παρουσίαζε τις θέσεις της με τόσο στριγκή φωνή, ώστε οποιαδήποτε Καθήμενη βρισκόταν κοντά της πάσχιζε να τη συγκρατήσει. Με άλλα λόγια, ήταν πασίγνωστο ότι δεν δίσταζε να βάλει την αλεπού στο κοτέτσι. Είχε απαιτήσει πάνω από τρεις φορές από την Αίθουσα να προβεί σε επίσημη ανακοίνωση ότι η Ελάιντα ανήκε στο Μαύρο Άτζα, κάτι που αναπόφευκτα οδήγησε σε μια αμήχανη σιωπή, μέχρι που κάποια ζήτησε να αναβληθεί η σύσκεψη. Ελάχιστες συζητούσαν ανοικτά περί του Μαύρου Άτζα. Η Ντελάνα ήταν άτομο που κουβέντιαζε για τα πάντα, από το πού θα έβρισκαν τα κατάλληλα ρούχα για να ντύσουν εννιακόσιες ογδόντα εφτά μαθητευόμενες μέχρι το κατά πόσον η Ελάιντα είχε κρυφές υποστηρίκτριες μεταξύ των αδελφών — άλλο ένα ακανθώδες ζήτημα μεταξύ των περισσότερων αδελφών. Οπότε, το ερώτημα για ποιο λόγο είχε αναχωρήσει τόσο νωρίς, και μάλιστα μόνη της, παρέμενε ανοιχτό. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε προσεγγίσει την Εγκουέν χωρίς μία ακόμη Καθήμενη, ή και τρεις, για συντροφιά. Τα γαλανά μάτια της Ντελάνα δεν αποκάλυπταν τίποτα περισσότερο από το ήρεμο πρόσωπό της, χαρακτηριστικό μιας Άες Σεντάι.
«Θα μιλάμε προχωρώντας», της είπε η Εγκουέν. «Θα θέλαμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως», πρόσθεσε, μόλις η Σέριαμ άνοιξε το στόμα της για να πει κάτι. «Μείνε με τις υπόλοιπες, σε παρακαλώ». Τα πράσινα μάτια της Τηρήτριας στένεψαν σε κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως θυμός. Ήταν αποτελεσματική Τηρήτρια, ενθουσιώδης με τη δουλειά της, κι είχε αποθέσει μεγάλες ελπίδες στην Εγκουέν. Δεν κρατούσε κρυφό ότι απογοητευόταν όποτε αποκλειόταν από τις συναντήσεις της Εγκουέν με διάφορους ανθρώπους. Άσχετα όμως από την αναστάτωσή της, έσκυψε το κεφάλι χωρίς δισταγμό, αποδεχόμενη την προσταγή της Εγκουέν. Η Σέριαμ δεν είχε καταλάβει από την αρχή ποια από τις δύο διέταζε, αλλά πλέον το είχε μάθει.
Η περιοχή είχε ανηφορική κλίση από τον Ποταμό Ερινίν, χωρίς ωστόσο να σχηματίζει λόφους. Απλά υψωνόταν προς την τερατώδη κορυφή που δέσποζε δυτικά κι ήταν τόσο ογκώδης, που έμοιαζε σαν να σατιρίζει την ονομασία του ίδιου του βουνού. Το Όρος του Δράκοντα θα πυργωνόταν πάνω από οτιδήποτε, ακόμα και πάνω από τη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου· στις σχετικά επίπεδες περιοχές γύρω από την Ταρ Βάλον, η λευκή κορυφή του έμοιαζε ν’ αγγίζει τα ουράνια, ειδικά όταν μια λεπτή κλωστή καπνού αναδευόταν από την απόκρημνη κορυφή, όπως τώρα. Μια λεπτή κλωστή σε τέτοιο ύψος μπορεί να αποδεικνυόταν κάτι εντελώς διαφορετικό από κοντά. Τα δέντρα αραίωναν λίγο πριν από το μέσον του Όρους του Δράκοντα και κανείς δεν είχε καταφέρει μέχρι στιγμής να φτάσει μέχρι επάνω, ούτε καν να πλησιάσει, αν και λεγόταν πως στις πλαγιές κείτονταν σκόρπια τα κόκαλα όσων είχαν προσπαθήσει. Και πάλι όμως, κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί να προσπαθήσει κάποιος εξ αρχής. Μερικές φορές, η μακρόστενη σκιά του βουνού το δειλινό απλωνόταν μέχρι την πόλη. Όσοι ζούσαν στην περιοχή, είχαν συνηθίσει τη μορφή του Όρους του Δράκοντα που δέσποζε στον ουρανό, ακριβώς όπως είχαν συνηθίσει και τον Λευκό Πύργο που ορθωνόταν από τα τείχη της πόλης κι ήταν ορατός από μίλια μακριά. Και τα δύο αποτελούσαν απαράλλαχτα χαρακτηριστικά του τόπου. Πάντα βρίσκονταν εκεί και πάντα θα βρίσκονταν, αλλά οι άνθρωποι ασχολούνταν με τις δουλειές και τις σοδειές τους, όχι με βουνά ή Άες Σεντάι.
Σε λιλιπούτειες κωμοπόλεις δέκα-δώδεκα πέτρινων σπιτιών με στέγες από καλάμια ή σχιστόλιθο, όπως και σε κάποια διάσπαρτα χωριά με εκατό σπίτια, τα παιδιά που έπαιζαν στο χιόνι ή κουβαλούσαν κουβάδες με νερό από τα πηγάδια σταματούσαν και κοιτούσαν σαν χαζά τους στρατιώτες που παρήλαυναν κατά μήκος των βρωμερών μονοπατιών, τα οποία εκτελούσαν χρέη δρόμων όταν δεν ήταν καλυμμένα με χιόνι. Δεν είχαν λάβαρα μαζί τους, αλλά κάποιοι είχαν χαραγμένη στους μανδύες ή στα μανικέτια τους τη Φλόγα της Ταρ Βάλον, ενώ οι παράξενοι μανδύες των Προμάχων μαρτυρούσαν ότι κάποιες, τουλάχιστον, από τις γυναίκες ήταν Άες Σεντάι. Ακόμα και τόσο κοντά στην πόλη, οι αδελφές δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα μέχρι προσφάτως, κι η παρουσία τους αρκούσε για να λάμψουν τα παιδικά μάτια. Ωστόσο, κι οι στρατιώτες βρίσκονταν ψηλά στη λίστα των αξιοπερίεργων. Οι αγροικίες πουέτρεφαν την Ταρ Βάλον κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της γης, αγροί περιφραγμένοι με πέτρινα τείχη, που κύκλωναν άναρχα εξαπλωμένα σπίτια κι αποθήκες από πέτρα ή τούβλα, με θάμνους, λόχμες και συστάδες δέντρων ανάμεσα. Παρέες αγροτόπαιδων έτρεχαν συχνά σε μικρή απόσταση, παράλληλα με τους ταξιδευτές, αναπηδώντας στο χιόνι σαν λαγοί. Οι ασχολίες του χειμώνα κρατούσαν τους γεροντότερους στα ενδότερα, αλλά κι όσοι αποτολμούσαν μια έξοδο, τυλιγμένοι με βαριά ρούχα ενάντια στο κρύο, μόλις που έριχναν μια φευγαλέα ματιά στους στρατιώτες, στους Προμάχους ή στις Άες Σεντάι. Σύντομα, θα ερχόταν η άνοιξη και μαζί της το όργωμα και το φύτεμα, κι ό,τι κι αν έκαναν οι Άες Σεντάι, θα είχε ελάχιστη σημασία. Φωτός θέλοντος, φυσικά.