«Η Ελάιντα είναι παράλογη», είπε η Καρλίνυα τινάζοντας το κεφάλι της. Η κουκούλα έπεσε στους ώμους της κι η γυναίκα κούνησε τις κοντές μαύρες μπούκλες της. Νευριασμένη, ξανατράβηξε την κουκούλα. Η Καρλίνυα σπάνια φανέρωνε κάποιο συναίσθημα, ωστόσο τα ωχρά της μάγουλα είχαν αναψοκοκκινίσει όσο και της Σέριαμ, κι η φωνή της ήταν γεμάτη ένταση. «Δεν μπορεί να νομίζει πως όλες μας θα επιστρέψουμε μετανιωμένες και θα συρθούμε στα πόδια της, Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει η Σαρόγια ότι η Ελάιντα θα δεχτεί κάτι λιγότερο από αυτό;»
«Εντούτοις, η Ελάιντα έχει απαιτήσει να συρθούμε στα πόδια της», μουρμούρισε στυφά η Μόρβριν. Το συνήθως γαλήνιο στρογγυλό πρόσωπό της είχε τώρα μια ξινισμένη έκφραση, ενώ η ίδια έσφιγγε τα πλαδαρά της χέρια πάνω στα γκέμια. Κοίταξε τόσο συνοφρυωμένη ένα κοπάδι κίσσες που σκόρπιζαν από μια συστάδα σημύδων καθώς περνούσαν τα άλογα, που θα έλεγες πως τα πουλιά είχαν πέσει από τον ουρανό. «Της Τακίμα της αρέσει ν’ ακούει τη φωνή της μερικές φορές. Είναι απαραίτητο να μιλάει, για ν’ ακούει τον εαυτό της».
«Το ίδιο κι η Φαϊζέλ», είπε ζοφερά η Μυρέλ, αγριοκοιτάζοντας την Ντελάνα λες κι ήθελε να κατηγορήσει αυτή. Η γυναίκα με το ελαιόχρωμο δέρμα ήταν γνωστή για την ιδιοσυγκρασία της, ακόμα και μεταξύ των Πράσινων. «Ποτέ μου δεν περίμενα ν’ ακούσω κάτι τέτοιο εκ μέρους της. Δεν την είχα για ανόητη».
«Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως η Μάγκλα εννοεί όντως κάτι τέτοιο», επέμεινε η Νισάο, κοιτώντας την καθεμία ξεχωριστά. «Αποκλείεται. Αν μη τι άλλο, παρ’ όλο που δεν μου αρέσει καθόλου να το λέω, η Ρομάντα έχει τόσο υποταγμένη τη Μάγκλα, που δεν τολμάει να κάνει κιχ, κι η μόνη αμφιβολία που έχει η Ρομάντα είναι κατά πόσον η Ελάιντα πρέπει να μαστιγωθεί πριν εξοριστεί».
Η έκφραση της Ντελάνα ήταν τόσο μειλίχια, ώστε χρειάστηκε να καταπνίξει ένα αυτάρεσκο χαμόγελο. Ήταν ολοφάνερο ότι μια τέτοια αντίδραση περίμενε. «Η Ρομάντα έχει στο χέρι τη Σαρόγια και τη Βάριλιν επίσης, ενώ η Τακίμα κι η Φαϊζέλ δεν κάνουν βήμα δίχως την άδεια της Λελαίν, παρ’ ότι δεν παύουν να λένε όσα λένε. Ωστόσο, έχω την εντύπωση πως οι σύμβουλοί σου τρέφουν τα ίδια συναισθήματα με τις περισσότερες αδελφές, Μητέρα». Ίσιωσε τα γάντια της και λοξοκοίταξε την Εγκουέν. «Ίσως καταφέρεις να το καταπνίξεις εν τη γενέσει του, αν κινηθείς αποφασιστικά. Φαίνεται πως θα έχεις την υποστήριξη που χρειάζεσαι εκ μέρους των Άτζα. Και τη δική μου, φυσικά, στην Αίθουσα, όπως κι αρκετή ακόμα, ώστε να εξαφανιστεί κάθε απειλή». Λες κι η Εγκουέν είχε ανάγκη υποστήριξης για να τα καταφέρει. Μάλλον η γυναίκα προσπαθούσε να αποκτήσει την εύνοιά της ή να δείξει πως το μόνο που την ένοιαζε ήταν να υποστηρίξει την Εγκουέν.
Η Μπεόνιν ακολουθούσε σιωπηλή, κρατώντας σφιχτά τον μανδύα επάνω της κι ατενίζοντας ένα σημάδι ανάμεσα στα αυτιά της καφετιάς φοράδας της. Ξαφνικά, κούνησε το κεφάλι της. Κανονικά, τα μεγάλα, γκριζογάλανα μάτια της την έκαναν να φαίνεται τρομαγμένη, αλλά τώρα, καθώς κοίταζε μέσα από την κουκούλα, έμοιαζαν να αστράφτουν από οργή. Έριχνε ματιές γεμάτες μίσος στις συντρόφους της, συμπεριλαμβανομένης και της Εγκουέν. «Και για ποιο λόγο αποκλείουμε τις διαπραγματεύσεις;» Η Σέριαμ τη κοίταξε, βλεφαρίζοντας έκπληκτη, κι η Μόρβριν μούτρωσε κι άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά η Μπεόνιν είχε πάρει φόρα, εκτοξεύοντας τον θυμό της στην Ντελάνα τώρα, με την Ταραμπονέζικη προφορά της εντονότερη από κάθε άλλη φορά. «Εσύ κι εγώ είμαστε Γκρίζες. Διαπραγματευόμαστε και μεσολαβούμε. Οι όροι της Ελάιντα είναι επαχθείς, αλλά έτσι γίνεται πάντα στην αρχή κάθε διαπραγμάτευσης. Αν καθίσουμε και μιλήσουμε, μπορούμε να ενώσουμε ξανά τον Λευκό Πύργο και να φροντίσουμε για την ασφάλεια όλων».
«Κρίνουμε, επίσης», τη διέκοψε κοφτά η Ντελάνα, «κι η Ελάιντα έχει ήδη κριθεί». Δεν ήταν ακριβώς αλήθεια, αλλά η γυναίκα έμοιαζε ξαφνιασμένη πιότερο από τις υπόλοιπες με το ξέσπασμα της Μπεόνιν. Η φωνή της έσταζε οξύ. «Ίσως είσαι πρόθυμη να διαπραγματευτείς το δικό σου μαστίγωμα. Εγώ, πάντως, δεν είμαι και δεν νομίζω να βρεις άλλες που να είναι».