Выбрать главу

«Η κατάσταση έχει αλλάξει», επέμεινε η Μπεόνιν. Άπλωσε το χέρι της προς το μέρος της Εγκουέν, ικετεύοντάς τη σχεδόν. «Η Ελάιντα δεν θα προέβαινε σε αυτή την εξαγγελία σχετικά με τον Αναγεννημένο Δράκοντα, εκτός αν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τον είχε στο χέρι. Αυτή η αναλαμπή του σαϊντάρ δεν ήταν παρά μια προειδοποίηση. Οι Αποδιωγμένοι προχωρούν, ενώ ο Λευκός Πύργος...»

«Αρκετά», την έκοψε απότομα η Εγκουέν. «Θέλεις να διαπραγματευτείς ανοικτά με την Ελάιντα; Με τις Καθήμενες να βρίσκονται ακόμα στον Πύργο;» συμπλήρωσε. Η Ελάιντα δεν θα μιλούσε ποτέ.

«Ναι», αποκρίθηκε ζωηρά η Μπεόνιν. «Όλα τα ζητήματα μπορούν να διευθετηθούν προς ικανοποίηση όλων. Ξέρω ότι μπορεί να γίνει».

«Τότε, έχεις την άδειά μου να το κάνεις».

Αμέσως, όλες οι παριστάμενες, εκτός της Μπεόνιν, άρχισαν να μιλάνε μανιασμένα η μία μετά την άλλη, πασχίζοντας να την αποτρέψουν και λέγοντάς της ότι αυτό ήταν παρανοϊκό. Η Ανάγια φώναζε εξίσου δυνατά με τη Σέριαμ, χειρονομώντας με έμφαση, ενώ τα μάτια της Ντελάνα είχαν γουρλώσει σχεδόν από τρόμο. Κάποιοι από την έφιππη συνοδεία άρχισαν να κοιτάνε τις αδελφές όπως τα αγροκτήματα που προσπερνούσαν, και μια αναταραχή διαπέρασε τους Προμάχους, οι οποίοι προς το παρόν δεν είχαν ανάγκη τον δεσμό τους για να καταλάβουν ότι οι Άες Σεντάι ήταν αναστατωμένες. Ωστόσο, παρέμειναν στις θέσεις τους. Οι συνετοί άντρες δεν ανακατεύονται όταν οι Άες Σεντάι υψώνουν τις φωνές.

Η Εγκουέν αγνόησε τις φωνές και τις χειρονομίες. Είχε λάβει υπ’ όψιν της κάθε λογική πιθανότητα για να τελειώσει αυτή η φασαρία, με τον Λευκό Πύργο και πάλι ενωμένο. Είχε κουβεντιάσει επί ώρες με τη Σιουάν, η οποία είχε κάθε λόγο να επιθυμεί την ανατροπή της Ελάιντα. Αν ήταν για το καλό του Πύργου, η Εγκουέν θα παραδιδόταν στην Ελάιντα, ξεχνώντας κατά πόσον αυτή η γυναίκα είχε ανέβει νόμιμα ή όχι στην Έδρα της Άμερλιν. Η Σιουάν είχε κοντέψει να πάθει αποπληξία με αυτή την πρόταση, αν κι είχε συμφωνήσει διστακτικά ότι το παν ήταν η διαφύλαξη του Πύργου. Η Μπεόνιν χαμογελούσε τόσο όμορφα, που θα ήταν έγκλημα να της σβήσεις αυτό το χαμόγελο.

Η Εγκουέν ύψωσε τη φωνή της ελάχιστα, ίσα-ίσα για να ακουστεί. «Θα πλησιάσετε τη Βάριλιν και τις άλλες που κατονόμασε η Ντελάνα και θα κανονίσετε να πάνε στον Λευκό Πύργο. Ιδού οι όροι που θα αποδεχτώ: η Ελάιντα θα παραιτηθεί και θα εξοριστεί». Κι αυτό, επειδή η Ελάιντα δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί ποτέ πίσω τις αδελφές που είχαν επαναστατήσει εναντίον της. Μια Άμερλιν δεν είχε δικαίωμα να συστήσει σε ένα Άτζα πώς θα αυτοκυβερνηθεί, αλλά η Ελάιντα είχε βγάλει διάγγελμα με το οποίο διακήρυσσε ότι όσες αδελφές είχαν αυτομολήσει από τον Πύργο έπαυαν να είναι μέλη οποιουδήποτε Άτζα. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, θα έπρεπε να ικετεύσουν για να ξαναγίνουν μέλη σε Άτζα, αφού μετανοούσαν κι εξέτιαν ποινή υπό την άμεση εποπτεία της. Η Ελάιντα όχι μόνο δεν θα ένωνε τον Πύργο, αλλά θα τον διέλυε χειρότερα απ’ ό,τι ήταν ήδη διαλυμένος. «Αυτοί είναι οι μόνοι όροι με τους οποίους δέχομαι, Μπεόνιν. Οι μόνοι. Έγινα κατανοητή;»

Τα μάτια της Μπεόνιν γύρισαν ανάποδα κι ήταν έτοιμη να πέσει από το άλογά της αν δεν την έπιανε η Μόρβριν, μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια της, καθώς κρατούσε όρθια την Γκρίζα αδελφή και σκαμπιλίζοντάς την, όχι και τόσο ανάλαφρα. Όλες οι υπόλοιπες ατένιζαν την Εγκουέν λες και δεν την είχαν ξαναδεί, ακόμα κι η Ντελάνα, η οποία είχε σχεδιάσει να συμβεί κάτι τέτοιο από τα πρώτα κιόλας λόγια της. Σταμάτησαν απότομα, εξαιτίας της λιποθυμίας της Μπέονιν, κι οι στρατιώτες που σχημάτιζαν κύκλο γύρω τους τράβηξαν τα γκέμια υπακούοντας στην ηχηρή προσταγή του Άρχοντα Γκάρεθ. Μερικοί από δαύτους έριχναν ματιές προς το μέρος των Άες Σεντάι, με έκδηλη την ανησυχία στα πρόσωπά τους, παρ’ ότι κρύβονταν πίσω από τις σιδερένιες μπάρες των περικεφαλαιών τους.

«Ώρα να γυρίσουμε στο στρατόπεδο», είπε η Εγκουέν. Με απόλυτη ψυχραιμία. Ό,τι ήταν να γίνει, έπρεπε να γίνει. Ίσως, αν παραδιδόταν, να γιατρευόταν ο Πύργος, αν και δεν το πίστευε. Τελικά, το όλο θέμα θα κατέληγε να έρθουν αντιμέτωπες οι Άες Σεντάι στους δρόμους της Ταρ Βάλον, εκτός κι αν έβρισκε τρόπο να επιτύχει το σχέδιό της. «Μας περιμένει δουλειά», είπε, μαζεύοντας τα γκέμια, «και δεν έχουμε πολύ χρόνο μπροστά μας». Ευχήθηκε μόνο να ήταν αρκετός.

17

Μαστικά

Μόλις η Ντελάνα σιγουρεύτηκε ότι τα ζιζάνια που είχε σπείρει έπιασαν τόπο, μουρμούρισε πως ίσως θα ήταν καλύτερο να μην τις δουν να επιστρέφουν μαζί στο στρατόπεδο, και ξεγλίστρησε τσιγκλώντας τη φοράδα της σε γοργό τροχασμό μέσα στο χιόνι, αφήνοντας τους υπόλοιπους να προχωρούν εν μέσω αμήχανης σιωπής, με μόνη εξαίρεση το κριτσάνισμα των οπλών των αλόγων. Οι Πρόμαχοι διατηρούσαν την απόστασή τους πίσω κι οι συνοδοί στρατιώτες είχαν στραμμένη την προσοχή τους στις αγροικίες και στις λόχμες, χωρίς να ρίχνουν ματιά προς τη μεριά των Άες Σεντάι. Οι άντρες, ωστόσο, δεν ήξεραν πότε έπρεπε να κρατήσουν τα στόματά τους κλειστά. Αν έλεγες σ’ έναν άντρα να παραμείνει σιωπηλός, ήταν σαν να του έλεγες να κουτσομπολέψει ακόμα πιο ζωηρά, σε έμπιστους φίλους, βέβαια, λες κι αυτοί με τη σειρά τους δεν θα μπορούσαν να μιλήσουν οπουδήποτε αλλού. Οι Πρόμαχοι ίσως ήταν διαφορετική περίπτωση —οι Άες Σεντάι επέμεναν μονίμως σε αυτό, όσες διέθεταν Προμάχους— αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι οι στρατιώτες θα κουτσομπόλευαν τις αδελφές που λογομαχούσαν και θα σχολίαζαν το γεγονός ότι η Ντελάνα είχε φύγει βάζοντάς τους ψύλλους στα αυτιά. Η γυναίκα τα είχε σχεδιάσει όλα με μεγάλη προσοχή. Αν ο σπόρος που είχε σπείρει φύτρωνε, θα ήταν χειρότερος κι από σαπρόφυτα, αλλά η Γκρίζα Καθήμενη ήταν τέλεια προφυλαγμένη απ’ οποιαδήποτε κατηγόρια. Η αλήθεια σχεδόν πάντα έλαμπε στο τέλος, αλλά μέχρι τότε αυτή η αλήθεια ήταν τόσο τυλιγμένη στον μύθο, στις εικασίες, στις φήμες και στα ψέματα, ώστε οι περισσότεροι δεν την πίστευαν.