«Θεωρώ ως δεδομένο ότι δεν χρειάζεται να ρωτήσω αν κάποια από εσάς είχε ακούσει κάτι σχετικό στο παρελθόν». Η Εγκουέν μίλησε με αρκετή άνεση, δήθεν χαζεύοντας το τοπίο καθώς προχωρούσαν, αλλά ικανοποιήθηκε όταν όλες το αρνήθηκαν κατηγορηματικά και με αξιοσημείωτη αγανάκτηση, συμπεριλαμβανομένης της Μπεόνιν, η οποία κάτι πήγε να πει αγριοκοιτάζοντας τη Μόρβριν. Η Εγκουέν τις εμπιστευόταν κατά το δυνατόν —άλλωστε, δεν θα είχαν πάρει όρκους πίστης απέναντι της μη σκοπεύοντας να κρατήσουν τον λόγο τους εκτός αν ανήκαν στο Μαύρο Άτζα, μια ενοχλητική λεπτομέρεια που δικαιολογούσε την επιφύλαξή της— αλλά ακόμα κι οι όρκοι πίστης δεν απέκλειαν την περίπτωση ανθρώπων που έκαναν τα χειρότερα πιστεύοντας ότι τα έκαναν για καλό. Κι όσοι άνθρωποι είχαν εξαναγκαστεί να πάρουν τους σχετικούς όρκους, ήξεραν πολύ καλά πότε μπορούσαν να παρεκτραπούν.
«Το πραγματικό ερώτημα», συνέχισε, «είναι, τι ακριβώς επεδίωκε η Ντελάνα;» Δεν ήταν ανάγκη να εξηγήσει περαιτέρω, όχι σε αυτές τις γυναίκες, αφού καθεμία ήταν πεπειραμένη στο Παιχνίδι των Οίκων. Αν το μόνο που επιθυμούσε η Ντελάνα ήταν να σταματήσει τις διαπραγματεύσεις με την Ελάιντα βγάζοντας έξω την ουρά της, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να μιλήσει ιδιαιτέρως στην Εγκουέν. Οι Καθήμενες δεν χρειάζονταν δικαιολογίες για να επισκεφθούν το γραφείο της Άμερλιν. Ή θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει τη Χάλιμα, η οποία κοιμόταν σε μια ψάθα στη σκηνή της Εγκουέν, αν κι εκτελούσε χρέη γραμματέως της Ντελάνα. Η Εγκουέν υπέφερε συχνά από πονοκεφάλους και, κάποιες νύχτες, μόνο οι μαλάξεις της Χάλιμα ήταν ικανές να τους καταπραΰνουν ώστε να την πάρει ο ύπνος. Ένα ανώνυμο σημείωμα θα ήταν αρκετό για να την κάνει να παρουσιάσει στην Αίθουσα ένα διάταγμα που θα απαγόρευε τις διαπραγματεύσεις. Ακόμα κι οι πιο εύθικτες και σχολαστικές θα έπρεπε να παραδεχτούν ότι οι συζητήσεις περί λήξης του πολέμου είχαν άρωμα πολέμου. Ήταν ολοφάνερο, όμως, ότι η Ντελάνα ήθελε να το μάθουν κι η Σέριαμ κι οι υπόλοιπες. Οι διαδόσεις της δεν ήταν παρά ένα βέλος που στόχευε αλλού.
«Σύγκρουση ανάμεσα στις επικεφαλής των Άτζα και στις Καθήμενες», είπε η Καρλίνυα παγερά σαν το χιόνι. «Ίσως και σύγκρουση μεταξύ των ίδιων των Άτζα». Σιάζοντας χαλαρά τον μανδύα της με τα λευκά περίτεχνα κεντίδια στο λευκό ύφασμα και την κατάμαυρη γούνα, θα μπορούσε κάλλιστα να συζητάει για την τιμή μιας κουβαρίστρας. «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί θα ήθελε κάτι τέτοιο, αλλά τα αποτελέσματα θα ήταν δεδομένα, εκτός κι αν είμαστε προσεκτικές χωρίς να το αντιληφθεί ή να έχει κανέναν λόγο να το πιστέψει, οπότε λογικά στοχεύει σε ένα από τα δύο».
«Η πρώτη απάντηση που σου έρχεται στο μυαλό δεν είναι πάντα η σωστή, Καρλίνυα», είπε η Μόρβριν. «Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Ντελάνα μελέτησε τόσο προσεκτικά τις κινήσεις της όσο εσύ, ή ότι σκέφτηκε παρόμοια μ’ εμάς». Η εύσωμη Καφετιά αδελφή πίστευε πιότερο στην κοινή λογική παρά στη λογική —έτσι έλεγε, τουλάχιστον— αλλά, στην πραγματικότητα, το μόνο που έκανε ήταν να τις συγχέει· αυτός ο συνδυασμός την έκανε πολύ ξεροκέφαλη και καχύποπτη στις γρήγορες κι εύκολες απαντήσεις, κάτι όχι ιδιαίτερα κακό. «Η Ντελάνα ίσως προσπαθεί να πείσει μερικές Καθήμενες σχετικά με κάποιο ζήτημα που είναι σημαντικό για την ίδια. Ίσως, έτσι, ευελπιστεί ν’ αναγκάσει την Ελάιντα να δηλώσει ότι ανήκει στο Μαύρο Άτζα. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να αποσκοπεί σε κάτι που δεν υποψιαζόμαστε καν. Οι Καθήμενες μπορούν να γίνουν μικρόψυχες, όπως κάθε άνθρωπος. Απ’ όσο ξέρουμε, ίσως τρέφει μνησικακία απέναντι σε κάποια που κατονόμασε, η οποία ξεκίνησε από την εποχή που η ίδια ήταν μαθητευόμενη και τη δίδασκαν. Καλύτερα να στρέψουμε την προσοχή μας στο ενδεχόμενο αποτέλεσμα, παρά ν’ ανησυχούμε για την αιτία, μέχρι τουλάχιστον να μάθουμε περισσότερα». Ο τόνος της φωνής της ήταν ήρεμος, όπως και το πλατύ πρόσωπό της, αλλά η ψυχρή αταραξία της Καρλίνυα άλλαξε ανεπαίσθητα προς στιγμήν σε παγερή καταφρόνια. Ο ορθολογισμός της δεν άφηνε περιθώρια στην ανθρώπινη ματαιοδοξία. Ή σε οποιονδήποτε διαφωνούσε μαζί της.