Η Ανάγια γέλασε μ’ έναν ήχο που θύμιζε μητρική ευθυμία, αναγκάζοντας τη φοράδα της να αναπηδήσει μερικά βήματα πριν της τραβήξει τα γκέμια για να βαδίσει κανονικά. Μια αγρότισσα όλο μητρότητα, που διασκέδαζε με τους παλιάτσους του χωριού. Μερικές αδελφές ήταν αρκετά ανόητες ώστε να την αποπέμψουν με ευκολία. «Μην κατσουφιάζεις, Καρλίνυα. Πιθανότατα, έχεις δίκιο. Όχι, Μόρβριν, μάλλον έχει δίκιο. Σε κάθε περίπτωση, πιστεύω πως μπορούμε να συνθλίψουμε τις όποιες ελπίδες της για διχόνοια». Αυτό δεν ακούστηκε διόλου εύθυμο. Καμία Γαλάζια αδελφή δεν ευθυμούσε με κάτι που θα μπορούσε να εμποδίσει την πτώση της Ελάιντα.
Η Μυρέλ ένευσε κοφτά ότι συμφωνούσε, αλλά την επόμενη στιγμή ανοιγόκλεισε έκπληκτη τα μάτια της, όταν η Νισάο είπε: «Έχεις τη δυνατότητα να το σταματήσεις, Μητέρα;» Η μικροκαμωμένη Κίτρινη δεν μιλούσε συχνά. «Δεν εννοώ αυτό που πάει να κάνει η Ντελάνα. Αν, δηλαδή, καταλήξουμε στο περί τίνος πρόκειται», πρόσθεσε βιαστικά, κάνοντας μια χειρονομία προς το μέρος της Μόρβριν, η οποία είχε ξανανοίξει το στόμα της για να μιλήσει. Η Νισάο φάνταζε σαν παιδούλα δίπλα στις άλλες γυναίκες, αλλά η χειρονομία της είχε κάτι το απόλυτο. Ήταν Κίτρινη, εξάλλου, με όλη την αυτοπεποίθηση που συνεπαγόταν κάτι τέτοιο, κι απρόθυμη να υποχωρήσει προς χάριν οποιουδήποτε τις περισσότερες φορές. «Εννοώ το κουβεντολόι για τις διαπραγματεύσεις με τις Καθήμενες του Πύργου».
Για μια στιγμή, όλες απέμειναν να την κοιτάζουν χάσκοντας, ακόμα κι η Μπεόνιν.
«Και γιατί θα θέλαμε να επιτρέψουμε κάτι τέτοιο;» ρώτησε τελικά η Ανάγια· φωνή της ακουγόταν επικίνδυνη. «Δεν κάναμε τόσο δρόμο για ένα κουβεντολόι με την Ελάιντα». Ήταν μια αγρότισσα μ’ έναν μπαλτά κρυμμένο πίσω από την πλάτη της, και πανέτοιμη να τον χρησιμοποιήσει.
Η Νισάο τη λοξοκοίταξε και ρουθούνισε περιφρονητικά. «Δεν είπα ότι αυτό θέλουμε. Ρώτησα αν είμαστε αρκετά τολμηρές για να το σταματήσουμε».
«Δεν βλέπω καμία διαφορά». Η φωνή της Σέριαμ ήταν παγερή και το πρόσωπό της ωχρό. Από θυμό, σκέφτηκε η Εγκουέν, αλλά μπορεί κι από φόβο.
«Σκέψου για λίγο, τότε, και μπορεί να τη δεις», απάντησε με σκληρή φωνή η Νισάο. Σκληρή όσο η λάμα ενός μαχαιριού, κι εξίσου αιχμηρή. «Προς το παρόν, οι συζητήσεις περί διαπραγματεύσεων περιορίζονται σε πέντε Καθήμενες, και μάλιστα εντελώς αθόρυβα, αλλά για πόσο θα είναι έτσι; Από τη στιγμή που θ’ αρχίσει να διαδίδεται ότι προτάθηκαν κάποια θέματα κι απορρίφθηκαν, η απόγνωση δεν απέχει πολύ. Λοιπόν, ακούστε με! Όλες μας βράζουμε από θυμό για να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά να που καθόμαστε εδώ, ατενίζοντας τα τείχη της Ταρ Βάλον ενώ την ίδια στιγμή η Ελάιντα βρίσκεται στον Πύργο. Είμαστε εδώ σχεδόν δύο βδομάδες και, απ’ όσο βλέπω, ίσως παραμείνουμε άλλα δύο χρόνια. Ή ακόμα κι είκοσι. Όσο καθόμαστε εδώ άπραγες, τόσο θα πληθαίνουν οι αδελφές που θα δικαιολογούν τα εγκλήματα της Ελάιντα. Θα αρχίσουν να σκέφτονται όλο και περισσότερο ότι εμείς πρέπει να αποκαταστήσουμε τον Πύργο, ανεξαρτήτως τιμήματος. Θέλετε να περιμένετε μέχρις ότου οι αδελφές αρχίσουν να συντάσσονται ξανά υπέρ της Ελάιντα μία προς μία; Αδυνατώ να φανταστώ τον εαυτό μου να κάθεται στην όχθη και να αψηφά αυτή τη γυναίκα μόνο μαζί με το Γαλάζιο Άτζα κι εσάς τις υπόλοιπες. Οι διαπραγματεύσεις, αν μη τι άλλο, θα κάνουν τους πάντες να καταλάβουν ότι κάτι συμβαίνει».
«Καμία δεν πρόκειται να επιστρέψει στην Ελάιντα», διαμαρτυρήθηκε η Ανάγια μετακινούμενη στη σέλα της, έχοντας όμως ένα συνοφρύωμα ανησυχίας χαραγμένο στο πρόσωπό της· ακούστηκε σαν να έβλεπε ήδη την εξέλιξη. Ο Πύργος είλκυε κάθε Άες Σεντάι. Ακόμα κι οι Μαύρες αδελφές, πιθανόν, λαχταρούσαν την επανένωση του Πύργου, ο οποίος στεκόταν εκεί, σε απόσταση λίγων μιλίων, φαντάζοντας όμως απρόσιτος.
«Με τις συζητήσεις θα κερδίσουμε χρόνο, Μητέρα», είπε η Μόρβριν διστακτικά, ενώ καμία από τις γυναίκες δεν θα μπορούσε να ακουστεί πιο απρόθυμη. Η βλοσυρή έκφρασή της είχε κάτι το στοχαστικό αλλά διόλου ευχάριστο. «Λίγες βδομάδες ακόμα, κι ο Άρχοντας Γκάρεθ ίσως κατορθώσει να εξασφαλίσει τα πλοία με τα οποία θα μπλοκάρει το λιμάνι, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα να αλλάξουν τα πάντα προς όφελός μας. Δίχως τρόπο να μπουν τα τρόφιμα ή να βγουν τα πεινασμένα στόματα, η πόλη θα λιμοκτονήσει μέσα σ’ έναν μήνα».