Η Μπεόνιν ήταν, προφανώς, η μόνη που είχε εναντιωθεί σ’ εκείνη την απόφαση —τουλάχιστον, μέχρις ότου έγινε φανερό ότι οι υπόλοιπες θα την έκαναν οπωσδήποτε πράξη— αλλά πήρε κι αυτή μια βαθιά ανάσα, αναρριγώντας επίσης, κι έκλεισε σφικτά τα μάτια της. Στην περίπτωσή της, η ξαφνική συνειδητοποίηση αυτού που είχε αναλάβει μπορεί να έπαιζε σημαντικό ρόλο. Το να βρει κάποια στον Πύργο πρόθυμη να μιλήσει ίσως αποδεικνυόταν αποθαρρυντικό. Οι κατάσκοποι στο εσωτερικό της Ταρ Βάλον μόνο διαδόσεις μπορούσαν να αναφέρουν σχετικά με τα γεγονότα στα ενδότερα του Πύργου· τα μαντάτα του ίδιου του Πύργου έρχονταν με το σταγονόμετρο, κυρίως από αδελφές που επιχειρούσαν να μπουν στον Τελ’αράν’ριοντ για να πιάσουν φευγαλέες εικόνες των αντανακλάσεων του κόσμου της εγρήγορσης, αλλά κάθε εισερχόμενη πληροφορία αποκάλυπτε ότι η Ελάιντα κυβερνούσε εκδίδοντας διατάγματα σύμφωνα με τα καπρίτσια της, ενώ ακόμα κι η Αίθουσα δεν τολμούσε να της αντιταχθεί. Το πρόσωπο της Μπεόνιν πήρε μια σταχτιά απόχρωση, μέχρι που άρχισε να φαίνεται πιο αρρωστημένο από αυτό της Νισάο. Η Ανάγια κι οι υπόλοιπες είχαν καταβληθεί από μια θανάσιμη βλοσυρότητα.
Ένα κύμα κατήφειας συνεπήρε την Εγκουέν. Αυτές οι γυναίκες ήταν οι ισχυρότερες που μπορούσε να παρατάξει απέναντι στην Ελάιντα, κι αυτό ίσχυε ακόμα και για την αδύναμη Μπεόνιν, η οποία πάντα προτιμούσε να μιλάει παρά να πράττει. Τέλος πάντων, οι Γκρίζες ξεχώριζαν, επειδή πίστευαν ότι όλα μπορούσαν να λυθούν μέσω του διαλόγου. Ας δοκίμαζαν κάτι τέτοιο μ’ έναν Τρόλοκ καμιά φορά, ή με κανέναν ληστή στον δρόμο, και θα έβλεπαν! Χωρίς τη Σέριαμ και τις υπόλοιπες, η αντίσταση στην Ελάιντα θα διαλυόταν πριν καλά-καλά δημιουργηθεί. Από μια άποψη, αυτό κόντεψε να γίνει. Η Ελάιντα, ωστόσο, παρέμενε βολεμένη στον Πύργο, όπως πάντα, κι έπειτα από όλα όσα είχαν περάσει κι όσα είχαν κάνει, φαίνεται πως ακόμα κι η Ανάγια θεωρούσε ότι τα πάντα θα κατέληγαν σε καταστροφή.
Όχι! Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, η Εγκουέν ίσιωσε τους ώμους της κι έμεινε στητή πάνω στη σέλα. Αυτή ήταν η νόμιμη Άμερλιν, άσχετα από το τι πίστευε η Αίθουσα όταν την εξέλεξε, και καθήκον της ήταν να διατηρήσει ζωντανή την αντίσταση στην Ελάιντα, ώστε να έχει ο Πύργος ελπίδες γιατρειάς. Ακόμα κι αν αυτό απαιτούσε να προσποιηθεί διαπραγματεύσεις, δεν θα ήταν η πρώτη φορά που μια Άες Σεντάι υποκρινόταν πως στοχεύει κάτι για να πετύχει κάτι άλλο. Έπρεπε να κάνει οτιδήποτε ήταν απαραίτητο για να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση και να ανατρέψει την Ελάιντα. Οτιδήποτε ήταν απαραίτητο.
«Παράτεινε τις συνομιλίες όσο μπορείς», είπε στην Μπεόνιν. «Μπορείς να συζητήσεις οτιδήποτε, αρκεί να μην αποκαλύψεις τα σχετικά μυστικά, αλλά μη συμφωνήσεις σε τίποτα. Άσ’ τες απλώς να μιλάνε». Η Γκρίζα αδελφή μετακινήθηκε πάνω στη σέλα της, φαντάζοντας πλέον ακόμα πιο άρρωστη από την Ανάγια. Έμοιαζε έτοιμη να κάνει εμετό.
Μόλις άρχισε να φαίνεται το στρατόπεδο, με τον ήλιο να έχει καλύψει σχεδόν τη μισή διαδρομή προς το ζενίθ, η συνοδεία των ψιλά οπλισμένων ιππέων στράφηκε προς το μέρος του ποταμού, αφήνοντας την Εγκουέν και τις αδελφές να καλύψουν το τελευταίο μίλι μέσα στο χιόνι με την ακολουθία των Προμάχων. Ο Άρχοντας Γκάρεθ σταμάτησε, σαν να ήθελε να μιλήσει μαζί της για άλλη μια φορά, αλλά τελικά έστρεψε το καστανοκόκκινο άλογά του ανατολικά, πίσω από τους ιππείς, τροχάζοντας για να τους προλάβει καθώς χάνονταν μέσα σε μια μακρόστενη λόχμη. Δεν μπορούσε να αναμοχλεύσει τις διαφωνίες τους ή τις συζητήσεις τους, αφού θα μπορούσε να ακουστεί απ’ οποιονδήποτε, και πίστευε ότι η Μπεόνιν κι οι άλλες ήταν ακριβώς αυτό που θεωρούνταν: τα μαντρόσκυλα των Άτζα. Η Εγκουέν λυπήθηκε κάπως που δεν του τα αποκάλυπτε όλα, αλλά όσο λιγότεροι ήξεραν ένα μυστικό, τόσο πιθανότερο ήταν να παραμείνει μυστικό.
Το στρατόπεδο ήταν μια άναρχη διάταξη από σκηνές κάθε μορφής, μεγέθους, χρώματος και κατάστασης, που κάλυπτε σχεδόν εξ ολοκλήρου ένα πλατύ λιβάδι κυκλωμένο από δέντρα, στα μισά του δρόμου μεταξύ της Ταρ Βάλον και του Όρους του Δράκοντα, στο εσωτερικό ενός δακτυλίου από σειρές αλόγων, κάρων κι αμαξών επίσης διαφόρων μεγεθών και μορφών. Καπνός από καμινάδες αναδυόταν σε διάφορα μέρη, λίγα μίλια από τις σειρές των δέντρων, αλλά οι ντόπιοι αγρότες παρέμεναν μακριά εκτός αν ήταν να πουλήσουν αβγά, γάλα ή βούτυρο, ή αν καμιά φορά κάποιος από δαύτους χρειαζόταν Θεραπεία από κάποιο ατύχημα. Μέχρι στιγμής, δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη του στρατού που είχε φέρει η Εγκουέν. Ο Γκάρεθ είχε συγκεντρώσει τις δυνάμεις του κατά μήκος του ποταμού, καταλαμβάνοντας εν μέρει τις γεφυρωμένες πόλεις κι από τις δύο όχθες και την υπόλοιπη περιοχή μ’ αυτά που αποκαλούσε «στρατόπεδα εφεδρείας», σε σημεία όπου οι άντρες του θα μπορούσαν να σπεύσουν μαζικά για να καταστείλουν κάποια έφοδο από την πόλη, στην περίπτωση που έκανε λάθος σχετικά με τις προθέσεις του Ύπατου Ηγέτη Τσουμπάιν. Όπως είχε πει και στην Εγκουέν, πρέπει πάντα να λαμβάνεις υπ’ όψιν την πιθανότητα οι υποθέσεις σου ν’ αποδειχτούν λανθασμένες. Φυσικά, κανείς δεν του είχε προβάλει αντιρρήσεις ως προς την τοπογραφία των στρατοπέδων, όχι δημοσίως τουλάχιστον. Οι αδελφές, βέβαια, δεν ήθελαν και πολύ για να κουτσομπολέψουν τις λεπτομέρειες, αλλά, σε τελική ανάλυση, η κατάληψη των γεφυρωμένων πόλεων ήταν ο μόνος τρόπος για να πολιορκήσει την Ταρ Βάλον. Από ξηράς, δηλαδή. Εκτός αυτού, οι περισσότερες Άες Σεντάι χαίρονταν που δεν είχαν την παραμικρή επαφή με τους στρατιώτες, τους οποίους προσπαθούσαν να βγάλουν ακόμα κι από το μυαλό τους.