Выбрать главу

Τρεις Πρόμαχοι με μανδύες σε εναλλασσόμενα χρώματα βγήκαν καλπάζοντας από το στρατόπεδο καθώς η Εγκουέν κι οι υπόλοιπες πλησίαζαν, ένας απ’ αυτούς πολύ ψηλός κι ένας άλλος αρκετά κοντός, σαν να βρίσκονταν πάνω σε σκαλοπάτια. Υποκλίθηκαν στην Εγκουέν και στις αδελφές κι ένευσαν προς τους Πρόμαχους που τις ακολουθούσαν, μ’ εκείνη την επικίνδυνη κοψιά των αντρών που έχουν τόση αυτοπεποίθηση, ώστε δεν χρειάζεται να πείσουν κανέναν για το πόσο επικίνδυνοι είναι, κάτι που τρόπον τινά έδινε έμφαση στο προφανές. Ένας Πρόμαχος που αναπαύεται μοιάζει με λιοντάρι που αράζει στον λόφο, έλεγε ένα παλιό γνωμικό των Άες Σεντάι. Το υπόλοιπο κομμάτι είχε χαθεί με τα χρόνια, αλλά δεν ήταν απαραίτητο να πει κανείς περισσότερα. Δεδομένων των συνθηκών, πάντως, οι αδελφές δεν ήταν τόσο σίγουρες ως προς το θέμα της ασφάλειας, παρ’ όλο που το στρατόπεδο ήταν γεμάτο από Άες Σεντάι. Οι Πρόμαχοι περιπολούσαν συχνά επί μίλια, προς κάθε κατεύθυνση, σαν λιοντάρια σε αναζήτηση λείας.

Εκτός από τη Σέριαμ, η Ανάγια κι οι υπόλοιπες διασκορπίστηκαν μόλις έφτασαν στις πρώτες σειρές των σκηνών, λίγο πιο πέρα από τις άμαξες. Καθεμία αναζητούσε την επικεφαλής του Άτζα της, δήθεν για να αναφέρει τη «βόλτα» της Εγκουέν στο ποτάμι μαζί με τον άρχοντα Γκάρεθ, αλλά κυρίως για να βεβαιωθούν ότι οι επικεφαλής των Άτζα γνώριζαν ότι κάποιες Καθήμενες συζητούσαν το ενδεχόμενο συνομιλιών με την Ελάιντα κι ότι η Εγκουέν ήταν κάθετη σε αυτό. Θα ήταν ευκολότερο αν ήξερε ποιες ήταν εκείνες οι γυναίκες, αλλά ακόμα κι οι όρκοι πίστης δεν αρκούσαν για ν’ αποκαλυφθεί κάτι τέτοιο. Η Μυρέλ είχε κοντέψει να καταπιεί τη γλώσσα της μόλις το πρότεινε η Εγκουέν. Δεν μαθαίνεις εύκολα μια δουλειά αν δεν έχεις εκπαιδευτεί προηγουμένως, κι η Εγκουέν γνώριζε καλά ότι έπρεπε να κολυμπήσει σε ωκεανούς γνώσεων σχετικά με τον ρόλο της Άμερλιν. Να κολυμπήσει σ’ ωκεανούς γνώσεων και να δουλέψει πολύ, ταυτόχρονα.

«Αν μου επιτρέπεις, Μητέρα», είπε η Σέριαμ μόλις η Μπεόνιν, που ήταν κι η τελευταία, εξαφανίστηκε ανάμεσα στις σκηνές, ακολουθούμενη από τον βλογιοκομμένο Πρόμαχό της. «Έχω ένα γραφείο μ’ ένα βουνό χαρτιά πάνω του». Η έλλειψη ενθουσιασμού στη φωνή της ήταν κατανοητή. Το επιτραχήλιο της Τηρήτριας συνεπαγόταν ατελείωτες στοίβες αναφορών που έπρεπε να καταχωριστούν κι εγγράφων που έπρεπε να ετοιμαστούν. Παρά τον ζήλο για τα υπόλοιπα καθήκοντά της —την εύρυθμη λειτουργία του στρατοπέδου, εν προκειμένω—, συχνά την άκουγαν να καταριέται που εξακολουθούσε να είναι Κυρά των Μαθητευομένων όποτε ερχόταν αντιμέτωπη με μία ακόμη στοίβα χαρτιών.

Ωστόσο, μόλις η Εγκουέν έδωσε την άδεια, σπιρούνισε το διάστικτο ζώο της, αναγκάζοντάς το σε τροχασμό και σκορπίζοντας μια ομάδα εργατών με τραχιά ρούχα και κασκόλ τυλιγμένα γύρω από τα κεφάλια τους, οι οποίοι κουβαλούσαν στην πλάτη τους τεράστια καλάθια. Ένας από δαύτους έπεσε μπρούμυτα στον μισοπαγωμένο βόρβορο που λογιζόταν ως δρόμος. Ο Αρινβαρ, ο Πρόμαχος της Σέριαμ, ένας αδύνατος Καιρχινός με γκρίζους κροτάφους, σταμάτησε για λίγο, για να βεβαιωθεί όχι ο τύπος θα στεκόταν στα πόδια του, κι έπειτα σπιρούνισε τον σκουροκάστανο επιβήτορά του στο κατόπι της, αφήνοντας τον εργάτη να βρίζει, απευθυνόμενος περισσότερο στους συντρόφους του, οι οποίοι γελούσαν. Ήταν πασίγνωστο ότι, όταν μία Άες Σεντάι θέλει να πάει κάπου, εσύ παραμερίζεις.