Выбрать главу

Η Εγκουέν έπιασε με την άκρη του ματιού της αυτό που είχε χυθεί στον δρόμο από το καλάθι του εργάτη, κι ανατρίχιασε. Ήταν ένας μεγάλος σωρός από πλιγούρι με τόσο πολλά σκαθάρια, ώστε τα κινούμενα μαύρα σημάδια φάνταζαν περισσότερα από τους κόκκους του δημητριακού. Μάλλον αυτοί οι άντρες κουβαλούσαν το χαλασμένο πλιγούρι στους σωρούς με την κοπριά. Δεν είχε νόημα να κοσκινίσεις κάτι ήδη μολυσμένο —μόνο κάποιος λιμασμένος θα μπορούσε να το φάει— αλλά τα καλάθια με πλιγούρι κι αλλά δημητριακά που έπρεπε να πετιούνται καθημερινά ήταν πάρα πολλά. Επιπλέον, τα μισά βαρέλια παστού χοιρινού και βοδινού που ανοίγονταν προς χρήση βρωμούσαν τόσο πολύ, ώστε το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν να τα θάψουν. Για τους υπηρέτες και τους εργάτες, ειδικά για όσους είχαν πείρα από τη ζωή σε στρατόπεδα, αυτό δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Ήταν μεν λίγο χειρότερο από το συνηθισμένο, αλλά όχι ανήκουστο. Τα σκαθάρια εμφανίζονταν συχνά, ενώ οι έμποροι που κοιτούσαν να βγάλουν κάτι παραπάνω, πουλούσαν πάντα και λίγο χαλασμένο κρέας μαζί με το καλό. Για τις Άες Σεντάι, ωστόσο, αυτό αποτελούσε πηγή βαθιάς ανησυχίας. Κάθε βαρέλι κρέατος, κάθε σακί με δημητριακά, αλεύρι ή πλιγούρι, περιβαλλόταν από τη Συντήρηση άμα τη αγορά του, κι ό,τι ήταν περιβεβλημένο με Συντήρηση, δεν μπορούσε να αλλάξει μέχρι την αφαίρεση της ύφανσης. Το κρέας, ωστόσο, εξακολουθούσε να σαπίζει και τα έντομα να πολλαπλασιάζονται, λες και το σαϊντάρ δεν λειτουργούσε σωστά. Πιο εύκολα θα κατάφερνες μια αδελφή ν’ αστειευτεί σχετικά με το Μαύρο Άτζα, παρά να μιλήσει γι’ αυτό το θέμα.

Κάποιος από τους άντρες που γελούσαν πρόσεξε την Εγκουέν να τους περιεργάζεται, και σκούντησε με τον αγκώνα του τον λασπωμένο φίλο του, ο οποίος μετρίασε τα λόγια του, αν κι ελάχιστα. Έφθασε στο σημείο να την αγριοκοιτάξει, λες κι έφταιγε εκείνη για το πέσιμο του. Μια και το πρόσωπό της ήταν μισοκαλυμμένο από την κουκούλα της και το επιτραχήλιο διπλωμένο στο πουγκί της ζώνης της, μάλλον την είχαν περάσει για κάποια Αποδεχθείσα, καθότι δεν διέθεταν όλες τον ανάλογο ρουχισμό για να ντύνονται πάντα όπως έπρεπε, ή για κάποια επισκέπτρια. Συχνά, διάφορες γυναίκες γλιστρούσαν στο στρατόπεδο έχοντας τα πρόσωπά τους κρυμμένα από την κοινή θέα μέχρι να φύγουν ξανά, άσχετα από το αν φορούσαν πανέμορφα μεταξωτά ή φθαρμένα μάλλινα, οπότε ήταν σίγουρα πιο ασφαλές να ξινίζουν τα μούτρα τους απέναντι σε κάποια άγνωστη ή σε μια Αποδεχθείσα, παρά να κάνουν γκριμάτσες σε μία Άες Σεντάι. Φάνταζε παράξενο που κανείς δεν υποκλίθηκε.

Είχε βρεθεί πάνω στη σέλα προτού καν χαράξει, κι αν δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει ένα ζεστό μπάνιο —αφού το νερό έπρεπε να κουβαληθεί από τα πηγάδια που είχαν σκαφτεί μισό μίλι δυτικά του στρατοπέδου, κάτι που έκανε όλες τις ακατάδεκτες κι εγωπαθείς αδελφές να το θεωρούν ανυπόφορη αγγαρεία— και να μουλιάσει στο ζεστό νερό, τουλάχιστον ας ακουμπούσε επιτέλους το πόδι της στο έδαφος. Ή, ακόμα καλύτερα, σ’ ένα σκαμνάκι. Επιπλέον, άλλο να μην αφήνεις το κρύο να σ’ αγγίζει, κι άλλο να ζεσταίνεις τα χέρια σου πάνω από ένα καυτό μαγκάλι. Και το δικό της γραφείο θα ήταν γεμάτο χαρτούρα. Το προηγούμενο βράδυ, είχε πει στη Σέριαμ να της παραδώσει τις αναφορές για τις επισκευές των αμαξών και για τις προμήθειες σανού για τα άλογα. Θα ήταν ξερές και μονότονες, αν κι έκανε αυτοπροσώπως έλεγχο σε διαφορετικές περιοχές κάθε μέρα, για να διαπιστώσει αν όσα της έλεγαν βασίζονταν σε γεγονότα ή σε ευχολόγια. Φυσικά, υπήρχαν πάντα κι οι αναφορές που έρχονταν από τους κατασκόπους. Οι πληροφορίες που διοχέτευαν τα Άτζα στην Έδρα της Άμερλιν ήταν πολύ πιο εντυπωσιακές, συγκρινόμενες μ’ εκείνες που της έδιναν η Σιουάν κι η Ληάνε, οι οποίες προέρχονταν από τους δικούς τους πράκτορες. Δεν ήταν τόσο θέμα αντιφάσεων, ωστόσο όσα στοιχεία αποφάσιζαν τα Άτζα να κρατήσουν για τον εαυτό τους σχημάτιζαν μια πολύ ενδιαφέρουσα εικόνα. Η άνεση και το καθήκον την ωθούσαν προς το γραφείο της —στην πραγματικότητα επρόκειτο για ακόμα μία απλή σκηνή, αν κι όλοι την αποκαλούσαν «το μελετητήριο της Άμερλιν»— αλλά τώρα ήταν ευκαιρία να κάνει έναν γύρο χωρίς να υπάρχει η ανάλογη βιασύνη να είναι όλα έτοιμα πριν από την άφιξή της. Τραβώντας την κουκούλα λίγο πιο κάτω, για να κρύψει καλύτερα το πρόσωπό της, σπιρούνισε ελαφρά τα πλευρά του Ντάισαρ.

Ελάχιστοι ήταν οι έφιπποι, κι από αυτούς οι περισσότεροι Πρόμαχοι, αν κι όλο και κάποιος σταβλίτης έκανε την εμφάνισή του, με κάποιο άλογο που πάσχιζε να τροχάσει, οδηγώντας το όσο καλύτερα μπορούσε μέσα σε αυτό το λασπόνερο που του έφτανε ως τον αστράγαλο, αλλά κανείς δεν φάνηκε να αναγνωρίζει ούτε την ίδια ούτε το άλογά της. Αντίθετα με τους σχεδόν άδειους δρόμους, οι ξύλινες διαβάσεις, που δεν ήταν παρά τραχιές σανίδες τοποθετημένες πάνω σε πριονισμένα κούτσουρα, μετακινούνταν ελαφρώς υπό το βάρος των ανθρώπων. Μια χούφτα άντρες, που ξεχώριζαν στην πλημμυρίδα των γυναικών σαν σταφίδες σε φθηνό κέικ, περπατούσαν δύο φορές γρηγορότερα απ’ οποιονδήποτε άλλο. Εκτός από τους Προμάχους, οι άλλοι άντρες που έκαναν δουλειές σχετικές με τις Άες Σεντάι κοίταγαν να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα. Σχεδόν όλες οι γυναίκες είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους, με τις ανάσες τους να δημιουργούν αχλή στο άνοιγμα της κουκούλας τους. Ωστόσο, δεν ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τις Άες Σεντάι από τις επισκέπτριες, άσχετα από το αν φορούσαν απέριττους μανδύες ή κεντητούς και φοδραρισμένους με γούνα. Τα πλήθη παραμέριζαν μπροστά σε μια αδελφή, ενώ οποιαδήποτε άλλη γυναίκα έπρεπε να ελιχθεί ανάμεσά τους. Όχι ότι κυκλοφορούσαν και πολλές αδελφές αυτό το παγερό πρωί. Οι πιο πολλές ήταν βολεμένες στις σκηνές τους. Μόνες ή ανά δύο-τρεις, μπορεί να διάβαζαν ή να έγραφαν επιστολές ή να ρωτούσαν τις επισκέπτριες για τις ειδήσεις που έφερναν, κάτι αδύνατον να μοιραστούν με τις αδελφές των υπόλοιπων Άτζα, πόσω μάλλον με άλλους ανθρώπους.