Ο κόσμος έβλεπε τις Άες Σεντάι ως μονόλιθο, επιβλητικές κι ακλόνητες, ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε προτού η τρέχουσα διάσπαση του Πύργου γίνει γνωστή σε όλους. Ωστόσο, ήταν γεγονός ότι τα Άτζα διέφεραν σε όλα, εκτός από το όνομα, κι ότι η Αίθουσα ήταν το μοναδικό σημείο συνάντησής τους. Οι ίδιες οι αδελφές δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συνάθροιση ερημιτών, που έλεγαν δυο-τρία λόγια παραπάνω απ’ ό,τι ήταν απαραίτητο μόνο σε λίγους φίλους. Ή σε κάποια άλλη αδελφή, με την οποία είχαν κάποιου είδους σχέση. Πολλά μπορεί να άλλαζαν στον Πύργο, αλλά η Εγκουέν ήταν σίγουρη πως αυτό δεν θα άλλαζε ποτέ. Δεν είχε νόημα να προσποιηθεί κανείς πως οι Άες Σεντάι είχαν υπάρξει ποτέ κάτι άλλο ή ότι θα γίνονταν κάτι άλλο, ένας τεράστιος ποταμός που κυλά στο διηνεκές, με πανίσχυρα ρεύματα κρυμμένα στα βάθη, διαφοροποιώντας την πορεία του με ανεπαίσθητη βραδύτητα. Η ίδια είχε κατασκευάσει μερικά πρόχειρα φράγματα ενάντια σε αυτόν τον ποταμό, αλλάζοντας την πορεία μερικών ρευμάτων για προσωπικούς της λόγους, μολονότι γνώριζε καλά ότι επρόκειτο για προσωρινές κατασκευές. Αργά ή γρήγορα, τα βαθιά ρεύματα θα διέλυαν τα φράγματά της. Απλώς ευχόταν να άντεχαν αρκετά. Πέρα από τις ευχές της, τα στήριζε όσο καλύτερα μπορούσε.
Πού και πού, όλο και κάποια Αποδεχθείσα εμφανιζόταν μες στο πλήθος, με τις εφτά πολύχρωμες λωρίδες στην κουκούλα του λευκού της μανδύα, αλλά οι περισσότερες δεν ήταν παρά μαθητευόμενες με λιτά λευκά μάλλινα φορέματα. Αν και μόνο μια χούφτα από τις είκοσι μία Αποδεχθείσες του στρατοπέδου διέθεταν μανδύες με λωρίδες, φυλάσσοντας τα αντίστοιχα φορέματα για τα μαθήματα ή για τη συνοδεία αδελφών, είχαν καταβληθεί σοβαρές προσπάθειες να είναι μονίμως όλες ντυμένες στα λευκά, ακόμα και χωρίς άλλες αλλαγές πάνω τους. Οι Αποδεχθείσες, αναπόφευκτα, πάσχιζαν να κινούνται με το κύκνειο γλίστρημα των Άες Σεντάι, και μια-δυο τα κατάφερναν, παρ’ ότι το μονοπάτι κάτω από τα πόδια τους έγερνε κάπως, αλλά οι μαθητευόμενες προχωρούσαν γοργά, σχεδόν όσο οι άντρες, κάνοντας θελήματα ή σπεύδοντας στα μαθήματα σε ομάδες των έξι-εφτά.
Οι Άες Σεντάι είχαν πολύ καιρό να διδάξουν τόσο πολλές μαθητευόμενες —από την εποχή των Πολέμων των Τρόλοκ, όταν οι ίδιες οι Άες Σεντάι ήταν περισσότερες— οπότε το να βρεθούν με σχεδόν χίλιες μαθήτριες μπορεί να προκαλούσε πλήρη σύγχυση, μέχρι που οργανώθηκαν σ’ εκείνες τις «οικογένειες». Το όνομα δεν ήταν ακριβώς επίσημο, αλλά το χρησιμοποιούσαν ακόμη κι Άες Σεντάι που δεν ήθελαν να αναλαμβάνουν κάθε γυναίκα που τους το ζητούσε. Πλέον, η κάθε μαθητευόμενη γνώριζε πού έπρεπε να βρίσκεται και πότε, κι η κάθε αδελφή δεν είχε την παραμικρή δυσκολία να το ανακαλύψει. Για να μην αναφέρουμε τον αριθμό των φυγάδων που ελαττωνόταν διαρκώς, ζήτημα που ανέκαθεν απασχολούσε τις Άες Σεντάι, αφού αρκετές εκατοντάδες εξ αυτών θα μπορούσαν κάποια στιγμή να φορέσουν το επώμιο. Καμία αδελφή δεν ήθελε να χάσει ούτε μία από δαύτες, πόσω μάλλον περισσότερες, όχι πριν ληφθεί η απόφαση για την αποπομπή κάποιας γυναίκας, τουλάχιστον. Πού και πού, όλο και κάποια γυναίκα το έσκαγε, μόλις αντιλαμβανόταν ότι η εκπαίδευση ήταν σκληρότερη απ’ όσο περίμενε, κι ότι ο δρόμος για την απόκτηση του επωμίου των Άες Σεντάι ήταν μακρύς, αλλά πέρα από το ότι οι οικογένειες μπορούσαν να τις εντοπίσουν ευκολότερα, σε μερικές γυναίκες δεν άρεσε και τόσο η ιδέα του φευγιού, καθότι στηρίζονταν σε πέντε ή έξι ξαδέλφες, όπως τις αποκαλούσαν.