Λίγο πριν τη μεγάλη τετράγωνη σκηνή που χρησίμευε ως Αίθουσα του Πύργου, η Εγκουέν έστρεψε τον Ντάισαρ σ’ έναν παράπλευρο δρόμο. Το μονοπάτι μπροστά από το ωχρό καφετί καναβάτσο της σκηνής ήταν άδειο —κανείς δεν προσέγγιζε την Αίθουσα χωρίς να έχει κάποια σχετική δουλειά— αλλά οι χιλιομπαλωμένες κουρτίνες στα πλαϊνά ήταν τραβηγμένες χωρίς λόγο, μια και δεν υπήρχε λόγος να γίνουν δημοσίως γνωστές οι διαδικασίες της Αίθουσας, οπότε ήταν αδύνατον να συμπεράνει ποια θα έβγαινε. Οποιαδήποτε Καθήμενη θ’ αναγνώριζε τον Ντάισαρ με μια ματιά, ενώ, αντίθετα με κάποιες άλλες, μερικές θα τον απέφευγαν. Η Ρομάντα κι η Λελαίν, για παράδειγμα, που αντιστέκονταν στην εξουσία της ενστικτωδώς όπως αντιτίθεντο μεταξύ τους. Ή οποιαδήποτε από εκείνες που είχαν ξεκινήσει τις συζητήσεις περί διαπραγματεύσεων. Πήγαινε πολύ να πιστεύει πως ειδικά αυτές ήλπιζαν σε ανασύσταση δυνάμεων, ειδάλλως δεν θα έδιναν αφορμή σε ψιθύρους. Οι αβρότητες έπρεπε να διατηρηθούν, ωστόσο, ανεξάρτητα από τη συχνότητα με την οποία ευχόταν να χαστουκίσει κάποια από δαύτες, αν και καμιά αδελφή δεν θεωρούσε τον εαυτό της ταπεινωμένο αν δεν την είδε η Εγκουέν.
Ακριβώς μπροστά της, ένα αχνό ασημί φως άστραψε πίσω από έναν ψηλό τοίχο από καναβάτσο, κυκλώνοντας τη μία από τις δύο περιοχές Ταξιδέματος του στρατοπέδου. Αμέσως μετά, δύο αδελφές ξεπρόβαλαν από μια υφασμάτινη είσοδο. Ούτε η Φεντρίνε ούτε η Σιμάρι ήταν αρκετά δυνατές για να υφάνουν πύλη από μόνες τους, αλλά η Εγκουέν πίστευε πως, αν συνδέονταν, θα κατάφερναν να κατασκευάσουν μία αρκετά μεγάλη για να περάσουν. Καρφίτσωναν τους μανδύες τους, έχοντας τα κεφάλια τους κοντά-κοντά, μάλλον απορροφημένες σε κάποια ενδελεχή συζήτηση. Η Εγκουέν έκανε πως δεν τις είδε καθώς τις προσπερνούσε. Και οι δύο Καφετιές την είχαν διδάξει ως μαθητευόμενη, κι η Φεντρίνε έδειχνε έκπληκτη που η Εγκουέν είχε γίνει Άμερλιν. Λιγνή σαν ερωδιός, ήταν ικανή να τσαλαβουτήσει μες στον βόρβορο μόνο και μόνο για να ρωτήσει την Εγκουέν αν χρειαζόταν κάποια βοήθεια. Η Σιμάρι, μια σφριγηλή γυναίκα με τετράγωνο πρόσωπο, η οποία έμοιαζε πιο πολύ με Πράσινη παρά με βιβλιοθηκάριο, ήταν κάτι περισσότερο από μη τυπική στη συμπεριφορά της. Πολύ περισσότερο. Οι βαθιές υποκλίσεις της, κατάλληλες για μαθητευόμενη, έκρυβαν μια υποψία ειρωνείας, άσχετα από την ηρεμία που έδειχνε το πρόσωπο της, άσε που άρχισε να υποκλίνεται μόλις είδε την Εγκουέν εκατό βήματα πιο πέρα.
Αναρωτήθηκε πού βρίσκονταν προηγουμένως. Μπορεί να είχαν αποσυρθεί στο εσωτερικό για λίγη ζεστασιά από την παγωνιά του στρατοπέδου. Βέβαια, τα πηγαινέλα των αδελφών δεν απασχολούσαν κανέναν, ούτε καν τα Άτζα. Η παράδοση επικρατούσε παντού, αποθαρρύνοντας ιδιαίτερα τις άμεσες ερωτήσεις γύρω από το τι κάνει και πού πηγαίνει μια αδελφή. Το πιθανότερο ήταν πως η Φεντρίνε κι η Σιμάρι είχαν πάει να δουν αυτοπροσώπως τους κατασκόπους τους για να μάθουν νέα. Ίσως, πάλι, έψαχναν κάποιο βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Σε τελική ανάλυση, ήταν Καφετιές. Ωστόσο, το σχόλιο της Νισάο σχετικά με αδελφές που αποσκιρτούσαν για να ταχθούν υπέρ της Ελάιντα δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το μυαλό της Εγκουέν. Δεν ήταν δύσκολο να πληρώσει έναν βαρκάρη για να διασχίσει το ποτάμι και να φθάσει στην πόλη, εκεί όπου δεκάδες μικροσκοπικοί υδατοφράκτες χρησίμευαν ως είσοδοι για όποιον επιθυμούσε, αλλά με την πύλη δεν ήταν ανάγκη να διακινδυνεύσει να τη δουν να πηγαίνει στο ποτάμι και να ψάχνει για βαρκάρηδες. Και μόνο μία αδελφή να επέστρεφε στον Πύργο με τη γνώση της ύφανσης, ήταν αρκετή για να χάσουν το μεγαλύτερο πλεονέκτημά τους. Επιπλέον, δεν υπήρχε τρόπος να το σταματήσει, εκτός αν συνέχιζε σθεναρά να αντιτίθεται στην Ελάιντα και να κάνει τις αδελφές να πιστέψουν πως το τέλος θα ήταν γρήγορο. Αν, δηλαδή, υπήρχε τρόπος για ένα γρήγορο τέλος.
Όχι πολύ μακριά από την περιοχή του Ταξιδέματος, η Εγκουέν τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου της και κοίταξε συνοφρυωμένη τον μακρόστενο υφασμάτινο τοίχο μιας σκηνής που ήταν πιο μπαλωμένη κι από την Αίθουσα. Μια Άες Σεντάι ήρθε γλιστρώντας σαν κύκνος από το μονοπάτι —φορούσε έναν απέριττο μανδύα σε σκούρο μπλε χρώμα κι η καλύπτρα έκρυβε το πρόσωπό της, αλλά τόσο οι μαθητευόμενες όσο κι άλλες γυναίκες έκαναν στην άκρη λες και περνούσε, ας πούμε, κάποιος γνωστός έμπορος— και σταμάτησε μπροστά στη σκηνή, κοιτώντας τη για πολλή ώρα πριν τραβήξει την υφασμάτινη καλύπτρα για να εισέλθει. Η απροθυμία της ήταν εξαιρετικά έκδηλη. Η Εγκουέν δεν είχε πάει ποτέ εκεί, γιατί διαισθανόταν να διαβιβάζεται σαϊντάρ στο εσωτερικό, αν κι αδιόρατα. Η απαιτούμενη ποσότητα ήταν εκπληκτικά μικρή. Ωστόσο, μια σύντομη επίσκεψη της Άμερλιν δεν θα τραβούσε πολύ την προσοχή. Επιθυμούσε διακαώς να δει τα αποτελέσματα των ενεργειών της.