Όταν όμως ξεπέζεψε μπροστά στη σκηνή, ανακάλυψε μια μικρή δυσκολία. Δεν υπήρχε πουθενά μέρος για να δέσει τον Ντάισαρ. Η Άμερλιν είχε πάντα στη διάθεσή της κάποιον να τρέχει για να της κρατήσει τον αναβολέα και να πάρει το άλογά της, αλλά τώρα η Εγκουέν στεκόταν ακίνητη κρατώντας στο χέρι τα γκέμια του μουνουχιού της, ενώ κάμποσες μαθητευόμενες την προσπερνούσαν ρίχνοντάς της μονάχα φευγαλέες ματιές, χωρίς να της δίνουν σημασία, θεωρώντας την επισκέπτρια. Τώρα πια, κάθε μαθητευόμενη ήξερε να αναγνωρίζει μια Αποδεχθείσα με το που την έβλεπε, αλλά λίγες είχαν δει την Έδρα της Άμερλιν από κοντά. Δεν είχε καν το αγέραστο πρόσωπο των Άες Σεντάι. Με ένα αξιοθρήνητο γέλιο, ακούμπησε το ένα γαντοφορεμένο της χέρι στο πουγκί που είχε περασμένο στο ζωνάρι της. Το επιτραχήλιο θα μαρτυρούσε ποια ήταν, κι έπειτα θα μπορούσε να διατάξει κάποια από δαύτες να της κρατήσει για λίγο το άλογο, εκτός αν οι μαθητευόμενες είχαν την εντύπωση πως επρόκειτο για κάποιο κακόγουστο αστείο. Κάποιες μαθητευόμενες από το Πεδίο του Έμοντ είχαν προσπαθήσει να τραβήξουν το επιτραχήλιο από τον λαιμό της για να αποφύγει τις φασαρίες. Όχι, όλα αυτά ήταν πια περασμένα-ξεχασμένα.
Ξαφνικά, η υφασμάτινη είσοδος άνοιξε απότομα και φάνηκε η Ληάνε, στερεώνοντας τον σκουροπράσινο μανδύα της με μια ασημένια καρφίτσα σε σχήμα ψαριού. Ο μανδύας ήταν μεταξένιος και πλούσια διακοσμημένος με ασήμι και χρυσάφι, όπως επίσης και το μπούστο του φορέματος ιππασίας της. Τα πορφυρά της γάντια ήταν κεντητά στο πίσω μέρος. Η Ληάνε δεν έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ρούχα της από τότε που είχε ενταχθεί στο Πράσινο Άτζα. Τα μάτια της γούρλωσαν ελαφρά μόλις πρόσεξε την Εγκουέν, αλλά το χαλκόχρωμο πρόσωπό της χαλάρωσε αμέσως. Έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω της κι άπλωσε το χέρι της για να σταματήσει μια μαθητευόμενη που έμοιαζε μόνη της. Οι μαθητευόμενες πήγαιναν για μάθημα ανά οικογένειες. «Πώς λέγεσαι, παιδί μου;» Πολλά μπορεί να είχαν αλλάξει στη Ληάνε, αλλά όχι ο κοφτός τόνος της φωνής της, εκτός αν το επιθυμούσε η ίδια. Οι περισσότεροι άντρες τη βαριούνταν γιατί πολλές φορές η φωνή της γινόταν νωθρή, αλλά με τις γυναίκες είχε διαφορετική συμπεριφορά. «Κάνεις θελήματα για κάποια αδελφή;»
Η μαθητευόμενη, μια μεσήλικη γυναίκα με ανοιχτόχρωμα μάτια κι επιδερμίδα αψεγάδιαστη κι ανέγγιχτη έστω κι από μίας μέρας δουλειά στους αγρούς, την κοίταξε σαν χαζή πριν καταλάβει ποια ήταν κι αρχίσει τις υποκλίσεις, απλώνοντας επιδέξια με τα καλυμμένα από γάντια χέρια της τη λευκή της φούστα. Ψηλή όσο οι περισσότεροι άντρες, αλλά λυγερή, ευπαρουσίαστη κι αρκετά όμορφη, η Ληάνε δεν είχε τη χαρακτηριστική αγέραστη εμφάνιση, αν και το πρόσωπό της ήταν το ένα από τα δύο γνωστότερα του στρατοπέδου. Οι μαθητευόμενες την έδειχναν με δέος, μια αδελφή που κάποτε ήταν Τηρήτρια κι είχε σιγανευτεί, αν κι αργότερα Θεραπεύτηκε κι άρχισε να διαβιβάζει ξανά, όχι όμως με την ίδια ένταση. Κατόπιν, είχε αλλάξει Άτζα! Οι νεότερες γυναίκες στα λευκά είχαν μάθει ήδη ότι αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ, παρ’ ότι είχε γίνει κάτι σαν μορφή απόκρυφης γνώσης, δυστυχώς. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να αναγκάσεις μια μαθητευόμενη να προχωρά σιγά-σιγά αν δεν της εξηγούσες ότι, έτσι, ρίσκαρε να μην αποκτήσει ποτέ το επώμιο, να εξουθενωθεί και να χάσει για πάντα την πρόσβασή της στη Μία Δύναμη.
«Λέτις Μάροου, Άες Σεντάι», είπε η γυναίκα γεμάτη σεβασμό, με ρυθμική, Μουραντιανή προφορά. Ακουγόταν σαν να ήθελε να πει περισσότερα, ίσως να σκόπευε να αποκαλύψει τον τίτλο της, αλλά ένα από τα πρώτα μαθήματα που έπαιρνες για να εισέλθεις στον Πύργο ήταν ότι έπρεπε να αφήσεις πίσω σου οτιδήποτε είχες υπάρξει στο παρελθόν. Σκληρό μάθημα για μερικές, ειδικά αν κατείχαν κάποιον τίτλο. «Πάω να επισκεφθώ την αδελφή μου. Δεν την έχω δει περισσότερο από ένα λεπτό από τότε που φύγαμε από το Μουράντυ». Οι συγγενείς έμπαιναν πάντα σε διαφορετικές οικογένειες μαθητευομένων, όπως επίσης κι οι γυναίκες που γνωρίζονταν μεταξύ τους πριν καταγραφούν στο βιβλίο των μαθητευομένων. Έτσι, ενθαρρύνονταν να κάνουν νέες παρέες, και μ’ αυτόν τον τρόπο αποκλείονταν οι αναπόφευκτες εντάσεις στην περίπτωση που κάποια είχε μεγαλύτερη ικανότητα μάθησης από τις άλλες, ή περισσότερες δυνατότητες. «Δεν έχει μάθημα έως το απόγευμα και...»
«Η αδελφή σου θα χρειαστεί να περιμένει λιγάκι, παιδί μου», τη διέκοψε η Ληάνε. «Έχε τον νου σου στο άλογο της Άμερλιν».
Η Λέτις αναπήδησε ξαφνιασμένη και κοίταξε την Εγκουέν, η οποία είχε καταφέρει τελικά να βγάλει το επιτραχήλιό της. Δίνοντας τα χαλινάρια του Ντάισαρ στη γυναίκα, χαμήλωσε την καλύπτρα της και τοποθέτησε το μακρόστενο κομμάτι υφάσματος στους ώμους της. Ανάλαφρο σαν φτερό μες στο πουγκί της, το επιτραχήλιο έπεφτε πραγματικά βαρύ γύρω από τον λαιμό της. Η Σιουάν ισχυριζόταν πως μερικές φορές ένιωθες να κρέμονται από τις άκρες του όσες γυναίκες το είχαν φορέσει, μια διαρκής υπενθύμιση ευθύνης και καθήκοντος, κι η Εγκουέν πίστευε κάθε της λέξη. Η Μουραντιανή την κοίταξε με περισσότερο δέος απ’ ό,τι τη Ληάνε, και της πήρε λίγο περισσότερη ώρα να θυμηθεί να υποκλιθεί. Αναμφίβολα, θα είχε ακουστά ότι η Άμερλιν ήταν νεαρή, αλλά δύσκολα θα φανταζόταν πόσο.