Выбрать главу

«Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου», είπε ήρεμα η Εγκουέν. Μια περίοδο, αισθανόταν παράξενα όταν αποκαλούσε «παιδί» μια γυναίκα δέκα χρόνια μεγαλύτερή της. Με τον καιρό, όμως, τα πάντα αλλάζουν. «Δεν θ’ αργήσω. Ληάνε, μπορείς να βρεις κάποιον ιπποκόμο να φροντίσει τον Ντάισαρ; Τώρα που κατέβηκα από τη σέλα, θα μείνω λίγο παραπάνω, για να πάει κι η Λέτις να δει την αδελφή της».

«Θα το φροντίσω προσωπικά, Μητέρα».

Η Ληάνε έκανε μια ρευστή υπόκλιση κι απομακρύνθηκε, χωρίς ν’ αφήσει την παραμικρή υπόνοια όχι υπήρχε κάτι παραπάνω μεταξύ τους από αυτή την τυχαία συνάντηση. Η Εγκουέν την εμπιστευόταν πολύ περισσότερο από την Ανάγια, ακόμα κι από τη Σέριαμ. Δεν κρατούσε μυστικά από τη Ληάνε, ούτε από τη Σιουάν. Η φιλία τους, όμως, ήταν άλλο ένα πράγμα που έπρεπε να κρατηθεί μυστικό. Κατ’ αρχάς, η Ληάνε είχε κατασκόπους στο εσωτερικό της Ταρ Βάλον, αν όχι και του ίδιου του Πύργου, κι οι αναφορές τους έφθαναν αποκλειστικά και μόνο στην Εγκουέν. Κατά δεύτερον, η Ληάνε είχε γίνει εξαιρετικά συμπαθής όχι μόνο επειδή είχε προσαρμοστεί τόσο καλά στη νέα, αν και πιο υποβαθμισμένη, κατάστασή της, κι όλες οι αδελφές την καλωσόρισαν, αλλά κι επειδή αποτελούσε τη ζωντανή απόδειξη ότι το σιγάνεμα, ο βαθύτερος φόβος της κάθε Άες Σεντάι, μπορούσε να αναστραφεί. Την καλωσόρισαν με ανοιχτές αγκάλες, και μάλιστα, επειδή ήταν πλέον υποβαθμισμένη και κατώτερη από τις μισές τουλάχιστον αδελφές του καταυλισμού, συχνά μιλούσαν μπροστά της για θέματα που δεν ήθελαν να μάθει η Άμερλιν. Έτσι, η Εγκουέν δεν της έριξε ούτε ματιά καθώς έφευγε. Αντί γι’ αυτό, χάρισε ένα χαμόγελο στη Λέτις —κάνοντάς τη να κοκκινίσει και να υποκλιθεί για άλλη μία φορά— και κατόπιν μπήκε στη σκηνή, βγάζοντας τα γάντια της και τοποθετώντας τα μέσα από τη ζώνη της.

Στο εσωτερικό υπήρχαν οκτώ αντανακλώμενοι φανοί σε ορθοστάτες κατά μήκος του τοίχου, ανάμεσα σε χαμηλά ξύλινα κιβώτια. Ένας από αυτούς ήταν επίχρυσος, αν και κάπως φθαρμένος, ενώ οι υπόλοιποι από βαμμένο σίδερο. Κανείς δεν είχε τον ίδιο αριθμό βραχιόνων με κάποιον άλλο, όμως παρείχαν επαρκή φωτισμό στον χώρο, αν κι όχι εντονότερο από αυτόν που ερχόταν απ’ έξω. Παρατεταγμένα τραπέζια, που έμοιαζαν να έχουν έρθει από εφτά διαφορετικές κουζίνες αγροικιών, σχημάτιζαν σειρά στο κέντρο του δαπέδου από καναβάτσο, ενώ οι πάγκοι των τριών τραπεζιών που βρίσκονταν πιο μακριά καταλαμβάνονταν από μισή ντουζίνα μαθητευόμενες που είχαν τους μανδύες διπλωμένους πλάι τους. Καθεμία περιβαλλόταν από τη λάμψη της Δύναμης. Η Τιάνα, η Κυρά των Μαθητευομένων, δέσποζε ανυπόμονη από πάνω τους, βαδίζοντας ανάμεσα στα τραπέζια, και παραδόξως το ίδιο έκανε κι η Σαρίνα Μελόι, μία από τις μαθητευόμενες που είχαν αποκτήσει στο Μουράντυ.

Εν πάση περιπτώσει, η Σαρίνα δεν δέσποζε ακριβώς, απλώς τις παρακολουθούσε με ηρεμία. Ίσως να μην αποτελούσε έκπληξη που βρισκόταν εκεί. Μια αξιοπρεπής γκριζομάλλα γιαγιά μ’ έναν σφικτό κότσο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, η Σαρίνα είχε πάρει στα στιβαρά της χέρια τις τύχες μιας μεγάλης οικογένειας κι έμοιαζε να έχει υιοθετήσει τις άλλες μαθητευόμενες ως εγγονές και μικρανεψιές. Εκείνη τις είχε οργανώσει σε μικρές οικογένειες, ένα έργο που ανέλαβε κατ’ αποκλειστικότητα, έχοντας βαρεθεί προφανώς να τις βλέπει να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα μόνες τους. Οι πιο πολλές Άες Σεντάι δεν μιλούσαν εύκολα γι’ αυτό αν τους το υπενθύμιζες, αν κι είχαν αποδεχτεί γρήγορα τη συγκεκριμένη μέθοδο, από τη στιγμή που συνειδητοποίησαν πόσο πιο εύκολο ήταν να τις εντοπίζουν και να τις οργανώνουν σε τάξεις. Η Τιάνα επιθεωρούσε με τέτοια αφοσίωση τις εργασίες των μαθητευομένων, που ήταν ολοφάνερο ότι πάσχιζε να αγνοήσει την παρουσία της Σαρίνα. Κοντή και λεπτοκαμωμένη, με μεγάλα καστανά μάτια και λακκάκια στα μάγουλα, η Τιάνα φάνταζε νεαρή πέρα από το αγέραστο πρόσωπο της, ειδικά όταν βρισκόταν ανάμεσα στις ψηλότερες μαθητευόμενες με τα ζαρωμένα μάγουλα και τους φαρδιούς γοφούς.

Το ζευγάρι των Άες Σεντάι που διαβίβαζε στο τραπέζι κοντά στην είσοδο, η Κάιρεν κι η Ασμανάιλε, είχαν και δύο ως κοινό την Τζάνυα Φρέντε, μια Καθήμενη του Καφετιού Άτζα, και τη Σαλίτα Τορέηνς, Καθήμενη του Κίτρινου. Οι Άες Σεντάι κι οι μαθητευόμενες έκαναν την ίδια δουλειά. Μπροστά σε κάθε γυναίκα υπήρχε ένα κλειστό πλέγμα υφασμένο από Γη, Φωτιά κι Αέρα, το οποίο κύκλωνε ένα μικρό μπολ ή κάτι σαν κούπα, φτιαγμένο από τους σιδηρουργούς του στρατοπέδου, οι οποίοι αναρωτιούνταν για ποιο λόγο ήθελαν οι αδελφές όλα αυτά τα σιδερένια αντικείμενα, άσε που έπρεπε να τα φτιάξουν περίτεχνα σαν να ήταν ασημένια. Μια δεύτερη ύφανση από Γη και Φωτιά διαπερνούσε το κάθε πλέγμα κι άγγιζε καθένα από τα αντικείμενα, μετατρέποντάς το αργά-αργά σε λευκό. Πολύ, μα πάρα πολύ αργά.