Выбрать главу

«Μπόντχουιν, Νίκολα, πηγαίνετε στο επόμενο μάθημά σας», ανακοίνωσε η Σαρίνα. Δεν μιλούσε δυνατά, αλλά η φωνή της είχε μια δύναμη που την έκανε να ακούγεται ακόμα και πάνω από οχλαγωγία, πόσω μάλλον όταν στη σκηνή επικρατούσε ησυχία. «Μόλις που έχετε χρόνο να πλύνετε τα χέρια και τα πρόσωπά σας. Γρήγορα. Δεν νομίζω να θέλετε να δείτε αρνητικές αναφορές».

Η Μποντ —δηλαδή, η Μπόντχουιν— κινήθηκε αποφασιστικά και ζωηρά, αφήνοντας το σαϊντάρ και τοποθετώντας το μισοτελειωμένο της βραχιόλι από κουεντιγιάρ σ’ ένα από τα σεντούκια κατά μήκος του τοίχου για να το τελειώσει κάποια άλλη. Κατόπιν, μάζεψε τον μανδύα της. Ομορφούλα και στρογγυλομάγουλη, είχε κάνει τα μαλλιά της μια μακρόστενη μαύρη πλεξούδα, αν κι η Εγκουέν δεν ήταν σίγουρη πως είχε πάρει άδεια από τον Κύκλο των Γυναικών. Από την άλλη, είχε αφήσει πια πίσω της εκείνον τον κόσμο. Τραβώντας τα γάντια της καθώς έβγαινε βιαστικά από τη σκηνή, η Μποντ παρέμεινε χαμηλοβλεπούσα, χωρίς να ρίχνει ματιά προς την κατεύθυνση της Εγκουέν. Ήταν προφανές ότι δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο μια μαθητευόμενη δεν μπορούσε να συζητήσει με την έδρα της Άμερλιν όποτε επιθυμούσε, ακόμα κι αν είχαν μεγαλώσει μαζί.

Στην Εγκουέν θα άρεσε να μιλάει με την Μποντ και με μερικές από τις υπόλοιπες, αλλά μια Άμερλιν είχε να διδαχτεί κάποια πράγματα ακόμα. Η Άμερλιν είχε πολλά καθήκοντα, λίγους φίλους και καμία εύνοια. Επιπλέον, η παραμικρή νύξη κάποιας εύνοιας απέναντι στα κορίτσια των Δύο Ποταμών θα έκανε τη ζωή τους μίζερη ανάμεσα στις άλλες μαθητευόμενες. Ούτε εγώ θα ωφελούμουν απέναντι στην Αίθουσα, σκέφτηκε πικρόχολα. Ωστόσο, ευχήθηκε να αντιλαμβάνονταν την κατάσταση οι κοπέλες των Δύο Ποταμών.

Η άλλη μαθητευόμενη που είχε προσφωνήσει η Σαρίνα δεν άφησε τον πάγκο, ούτε έπαψε να διαβιβάζει. Τα μαύρα μάτια της Νίκολα άστραψαν προς το μέρος της Σαρίνα. «Θα ήμουν η καλύτερη αν με άφηναν να εξασκηθώ», μουρμούρισε σκυθρωπά. «Βελτιώνομαι μέρα τη μέρα. Το ξέρω. Μπορώ να Προβλέψω, ξέρεις». Λες και το ένα είχε σχέση με το άλλο. «Τιάνα Σεντάι, πες της ότι μπορώ να παραμείνω. Μπορώ να αποτελειώσω το μπολ πριν ξεκινήσει το επόμενο μάθημα, κι είμαι σίγουρη πως η Αντίν Σεντάι δεν θα νευριάσει αν αργήσω λιγάκι». Βέβαια, αν το μάθημά της ξεκινούσε σύντομα, θα αργούσε αρκετά, γιατί σίγουρα θα καθυστερούσε να αποτελειώσει το μπολ. Η προσπάθεια μίας ώρας εκ μέρους της είχε ως αποτέλεσμα να ασπρίσει μόλις το μισό φλιτζάνι.

Η Τιάνα άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά πριν καλά-καλά προφέρει μια λέξη, η Σαρίνα ύψωσε ένα δάχτυλο και, μια στιγμή αργότερα, ένα δεύτερο. Η χειρονομία της θα πρέπει να είχε εξαιρετική σημασία, γιατί η Νίκολα χλώμιασε κι άφησε απότομα τις υφάνσεις της, αναπηδώντας τόσο γρήγορα που τράνταξε τον πάγκο, κάνοντας τις άλλες δύο μαθητευόμενες που τον μοιράζονταν μαζί της να της ρίξουν βλοσυρά βλέμματα. Ωστόσο, απορροφήθηκαν γρήγορα και πάλι από τη δουλειά τους, ενώ η Νίκολα έτρεξε σχεδόν να αφήσει το μισοτελειωμένο μπολ σ’ ένα σεντούκι πριν αδράξει τον μανδύα της. Προς μεγάλη έκπληξη της Εγκουέν, μια γυναίκα που δεν είχε προσέξει, ντυμένη μ’ ένα κοντό καφετί πανωφόρι και φαρδύ παντελόνι, αναπήδησε από το σημείο όπου βρισκόταν, στο ύφασμα του δαπέδου λίγο πιο πέρα από τα τραπέζια. Στραβοκοιτάζοντας όλες τις παριστάμενες με το κοφτερό γαλανό βλέμμα της, η Αράινα έτρεξε έξω από τη σκηνή στο κατόπι της Νίκολα· αυτές οι δύο γυναίκες ήταν η προσωποποίηση της δυσαρέσκειας και της δυσφορίας. Η Εγκουέν ανησύχησε βλέποντάς τες μαζί.

«Δεν ήξερα ότι επιτρέπεται στις φίλες να παρακολουθούν», σχολίασε. «Εξακολουθεί να προκαλεί προβλήματα η Νίκολα;» Η Νίκολα κι η Αράινα είχαν προσπαθήσει να την εκβιάσουν, όπως κι η Μυρέλ με τη Νισάο, αλλά δεν εννοούσε αυτό, κάτι που αποτελούσε ένα ακόμη μυστικό.

«Καλύτερα το κορίτσι να ’ναι φιλικό απέναντι στην Αράινα παρά σε κάποιον από τους σταβλίτες», απάντησε η Τιάνα ρουφώντας τη μύτη της. «Είχαμε, ξέρεις, δύο από δαύτες που έπιασαν παιδί, και δέκα ακόμα υποψήφιες εγκύους. Ωστόσο, το κορίτσι χρειάζεται κι άλλες φίλες. Αυτές θα κάνουν τη διαφορά».

Έκοψε τα λόγια της στη μέση καθώς δύο ακόμη λευκοντυμένες μαθητευόμενες μπήκαν βιαστικά στη σκηνή. Τσιρίζοντας, σταμάτησαν απότομα μόλις διαπίστωσαν ότι η Άες Σεντάι στεκόταν μπροστά τους. Κάνοντας βιαστικές υποκλίσεις, υποχώρησαν στο πίσω μέρος της σκηνής υπακούοντας σε μια χειρονομία της Τιάνα. Δίπλωσαν τους μανδύες τους πάνω σ’ έναν πάγκο κι έβγαλαν ένα εν μέρει ασπρισμένο κύπελλο και μια σχεδόν άσπρη κούπα από κάποιο σεντούκι.