Выбрать главу

18

Κουβέντα με τη Σιουάν

Τον Ντάισαρ τον είχαν πάρει ήδη όταν η Εγκουέν έφυγε από τη σκηνή, φυσικά, αλλά το επτάριγο επιτραχήλιο που κρεμόταν από το άνοιγμα της κουκούλας της ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό από το πρόσωπο μιας Άες Σεντάι για τη διέλευσή της μέσα από το πλήθος. Κινούνταν μέσα σε κυματισμούς υποκλίσεων, με τις περιστασιακές χαιρετούρες εκ μέρους κάποιου Πρόμαχου ή τεχνίτη, που όλο και κάποια δουλειά θα είχε στις σκηνές των αδελφών. Μερικές μαθητευόμενες έσκουζαν μόλις αντίκριζαν το επιτραχήλιο της Άμερλιν, ενώ ολόκληρες οικογένειες παραμέριζαν στο διάβα της, κάνοντας βαθιές υποκλίσεις στον βόρβορο του δρόμου. Από τότε που είχε αναγκαστεί να εκδώσει εντολή τιμωρίας για κάποιες από τις γυναίκες των Δύο Ποταμών, μεταξύ των μαθητευομένων κυκλοφορούσε η φήμη πως η Άμερλιν ήταν εξίσου σκληρή με τη Σερέιλε Μπάγκαντ, και καλό θα ήταν να μην την προκαλέσουν, γιατί η οργή της θα ξεσπούσε σαν πυρκαγιά. Όχι ότι οι περισσότερες από αυτές ήξεραν καλή ιστορία για να γνωρίζουν ποια ήταν η Σερέιλε, αλλά το όνομά της είχε συνδεθεί με ακραία αυστηρότητα στον Πύργο τα τελευταία εκατό χρόνια, κι οι Καθήμενες φρόντιζαν να απορροφούν οι μαθητευόμενες τέτοιους είδους λεπτομέρειες. Πάλι καλά που η κουκούλα έκρυβε το πρόσωπο της Εγκουέν. Τη δέκατη φορά που μια οικογένεια μαθητευομένων έκανε στην άκρη σαν φοβισμένοι λαγοί, η Εγκουέν έτριξε τα δόντια της τόσο δυνατά, που όποιος την έβλεπε, θα δικαιολογούσε απόλυτα τη φήμη της ότι μασούσε σίδερα κι έφτυνε καρφιά. Είχε την τρομερή διαίσθηση ότι σε μερικές εκατονταετίες οι Αποδεχθείσες θα χρησιμοποιούσαν το όνομά της για να φοβίζουν τις μαθητευόμενες, όπως έκαναν τώρα με το όνομα της Σερέιλε. Βέβαια, πρωτίστως υπήρχε το θέμα της ασφάλειας του Λευκού Πύργου, Οι μικροενοχλήσεις θα έπρεπε να περιμένουν. Η Εγκουέν είχε την εντύπωση πως θα μπορούσε να φτύνει καρφιά δίχως να μασήσει πρώτα τα σίδερα.

Το πλήθος σχεδόν εξαφανιζόταν κοντά στο γραφείο της Άμερλιν, το οποίο, παρά το όνομά του, ήταν μια σκηνή από καραβόπανο με μυτερή κορυφή και καφετιά τοιχώματα, γεμάτα με μπαλώματα. Όπως κι η Αίθουσα, ήταν ένα μέρος που γενικώς το απέφευγες, εκτός αν είχες κάποια δουλειά εκεί ή σε είχαν καλέσει. Δεν ζητούσαν από κανέναν απλά να πάει στην Αίθουσα του Πύργου ή στο γραφείο της Άμερλιν. Η πιο αθώα πρόσκληση που ίσχυε για το καθένα από τα δύο ήταν ένα απλό κάλεσμα, γεγονός που έκανε αυτή την απλή σκηνή να μοιάζει με καταφύγιο. Πέρασε από την υφασμάτινη είσοδο και τίναξε από πάνω της τον μανδύα με μια αίσθηση ανακούφισης. Δύο μαγκάλια προσέδιδαν στο εσωτερικό της σκηνής μια πολύ ευχάριστη ζεστασιά, σε αντίθεση με τη θερμοκρασία που επικρατούσε έξω, κι επιπλέον ανέδιδαν ελάχιστο καπνό. Μια αδιόρατη, γλυκερή οσμή πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, από τα αποξηραμένα βότανα με τα οποία είχαν ραντίσει τα αναμμένα κάρβουνα.

«Από τον τρόπο που συμπεριφέρονται αυτά τα ανόητα κορίτσια, θα έλεγες πως...» άρχισε να λέει γρυλίζοντας σχεδόν, αλλά σταμάτησε απότομα.

Δεν εξεπλάγη ιδιαίτερα όταν είδε τη Σιουάν να στέκεται δίπλα στο τραπέζι, ντυμένη με ένα απέριττο μπλε μάλλινο, καλοραμμένο αλλά απλό, κι έναν φάκελο δουλεμένο με δέρμα, κρατημένο πάνω στο στήθος της. Οι πιο πολλές αδελφές έμοιαζαν να πιστεύουν, όπως η Ντελάνα, πως ο ρόλος της Σιουάν είχε ελαχιστοποιηθεί στο να δίνει οδηγίες στην Εγκουέν σχετικά με το πρωτόκολλο και να της κάνει διάφορα θελήματα, απρόθυμα και στις δύο περιπτώσεις, αλλά πάντα βρισκόταν εκεί, νωρίς-νωρίς και με πεντακάθαρο μυαλό, κάτι που μέχρι στιγμής περνούσε σχεδόν απαρατήρητο. Η Σιουάν είχε υπάρξει όντως Άμερλιν που μασούσε σίδερα, αν και κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν το ήξερε ήδη. Οι μαθητευόμενες την ανέφεραν περίπου το ίδιο συχνά με τη Ληάνε, αλλά μ’ έναν αέρα αμφιβολίας για το αν πράγματι ήταν εκείνη που ισχυρίζονταν οι αδελφές. Χαριτωμένη, αν όχι αρκετά όμορφη, με το λεπτεπίλεπτο στόμα της και τα σκούρα λαμπερά της μαλλιά να πέφτουν έως τους ώμους της, η Σιουάν φάνταζε νεότερη από τη Ληάνε και μόνο μερικά χρόνια μεγαλύτερη της Εγκουέν. Αν δεν είχε το επώμιο με τα γαλάζια κρόσσια περασμένο πάνω από τα μπράτσα της, σίγουρα θα την περνούσαν για Αποδεχθείσα. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν έβγαινε ποτέ δίχως το επώμιο, για να αποφεύγει τις λανθασμένες εκτιμήσεις που προκαλούσαν αμηχανία. Ωστόσο, τα μάτια της δεν είχαν αλλάξει πιότερο από τη νοοτροπία της, μοιάζοντας με παγωμένα γαλάζια σουβλιά, που είχαν στραφεί προς τη γυναίκα η παρουσία της οποίας αποτελούσε έκπληξη.