Выбрать главу

Η Χάλιμα ήταν σαφώς καλοδεχούμενη, εντούτοις η Εγκουέν δεν περίμενε να τη δει να τεντώνεται πάνω στα λαμπερά χρωματιστά μαξιλαράκια που ήταν συσσωρευμένα στο μήκος της μιας πλευράς της σκηνής, με το κεφάλι της να στηρίζεται στο ένα της χέρι. Η Σιουάν μπορεί να ήταν χαριτωμένη, το είδος της νεαρής γυναίκας —επιφανειακά νεαρής, τουλάχιστον— που έκανε τους άντρες και τις γυναίκες να της χαμογελούν, αλλά η Χάλιμα ήταν εκθαμβωτική, με τα μεγάλα πράσινα μάτια της πάνω σε ένα τέλειο πρόσωπο κι ένα γεμάτο και στητό στήθος, από το είδος που έκανε τους άντρες να ξεροκαταπίνουν και τις άλλες γυναίκες να την κοιτούν βλοσυρές. Όχι ότι η Εγκουέν συνοφρυωνόταν ή είχε πιστέψει τις ιστορίες που έλεγαν οι ζηλιάρες για τον τρόπο που η Χάλιμα προσέλκυε τους άντρες. Σε τελική ανάλυση, δεν έφταιγε η ίδια που ήταν έτσι φτιαγμένη. Ακόμα, όμως, κι αν η θέση της γραμματέως της Ντελάνα ήταν ολοφάνερα απόρροια φιλανθρωπίας εκ μέρους της Γκρίζας αδελφής —μια κι η Χάλιμα δεν ήταν παρά μία σχεδόν αμόρφωτη επαρχιώτισσα, που έγραφε αδέξια σαν μικρό κοριτσάκι— η Ντελάνα την κρατούσε απασχολημένη όλη μέρα, αναθέτοντάς της συνεχώς διάφορες μικροδουλειές. Σπανίως εμφανιζόταν πριν από την ώρα του ύπνου, κι αυτό σχεδόν πάντα επειδή άκουγε πως η Εγκουέν υπέφερε από τους πονοκεφάλους της. Η Νισάο αδυνατούσε να κάνει κάτι γι’ αυτούς τους πονοκεφάλους, ακόμα κι αν χρησιμοποιούσε τη νέα Θεραπεία, αλλά οι μαλάξεις της Χάλιμα έκαναν θαύματα, έστω κι αν η Εγκουέν κλαψούριζε από πόνο.

«Της είπα πως δεν είχες χρόνο για επισκέψεις σήμερα το πρωί, Μητέρα», είπε κοφτά η Σιουάν, εξακολουθώντας να κοιτάει αγριεμένη τη γυναίκα που ήταν βολεμένη στα μαξιλαράκια, ενώ με το ελεύθερο χέρι της έπαιρνε τον μανδύα της Εγκουέν, «αλλά είτε το είπα είτε όχι, ένα και το αυτό ήταν». Κρέμασε τον μανδύα στον χοντροφτιαγμένο παραστάτη και ρουθούνισε περιφρονητικά. «Ίσως, αν φορούσα παντελόνι κι είχα μουστάκι, να μου έδινε σημασία». Φαίνεται πως η Σιουάν πίστευε κάθε φήμη σχετικά με την υποτιθέμενη αποπλάνηση εκ μέρους της Χάλιμα των πιο ωραίων τεχνιτών και στρατιωτών.

Παραδόξως, η Χάλιμα έμοιαζε να διασκεδάζει με τη φήμη που είχε βγάλει. Ίσως το απολάμβανε κιόλας. Άφησε ένα χαμηλόφωνο και λαρυγγώδες γέλιο και τεντώθηκε σαν γάτα πάνω στα μαξιλαράκια. Είχε μια ατυχή συμπάθεια στα κοντά κορσάζ, αδικαιολόγητα γι’ αυτόν τον καιρό, και λίγο ακόμα και θα πετούσε από πάνω της το πράσινο μεταξωτό με τις γαλάζιες σχισμές. Οι γραμματείς δεν φορούσαν συχνά μεταξωτά ρούχα, αλλά η φιλανθρωπία της Ντελάνα, ίσως κι η υποχρέωσή της απέναντι στη Χάλιμα, έφτανε πολύ βαθιά.

«Ανήσυχη μου φαίνεσαι σήμερα, Μητέρα», μουρμούρισε η πρασινομάτα γυναίκα, «και, δεδομένου ότι ήσουν κουρασμένη, ξύπνησες πολύ νωρίς, πασχίζοντας να μην» κάνεις θόρυβο, για να μην ξυπνήσεις κι εμένα. Είχα την εντύπωση πως ήθελες να μιλήσουμε. Δεν θα είχες τόσο πολλούς πονοκεφάλους αν μιλούσες περισσότερο για όσα σε απασχολούν. Σ’ εμένα, τουλάχιστον, ξέρεις όχι μπορείς να πεις τα πάντα». Κοιτώντας προς το μέρος της Σιουάν, η οποία ήταν χαμηλοβλεπούσα και γεμάτη καταφρόνια, η Χάλιμα άφησε ακόμα ένα πνιχτό γέλιο. «Και ξέρεις πολύ καλά όχι εγώ, σε αντίθεση με κάποιες άλλες, δεν απαιτώ τίποτα από σένα». Η Σιουάν ρουθούνισε ξανά, απασχολώντας επί τούτου τον εαυτό της με την τοποθέτηση του φακέλου στο τραπέζι, ανάμεσα στο πέτρινο μελανοδοχείο και στο βάζο με την άμμο. Αμήχανα, άρχισε να πασπατεύει τη θήκη της γραφίδας.

Η Εγκουέν κατέβαλε προσπάθεια για να μην αναστενάξει, και μόλις που τα κατάφερε. Το μόνο που ζητούσε η Χάλιμα ήταν ένα αχυρόστρωμα στη σκηνή της Εγκουέν, ώστε να έχει άμεση πρόσβαση μόλις ο πονοκέφαλος έκανε την εμφάνισή του, αλλά αν κοιμόταν εκεί, θα ήταν δύσκολο να εκτελεί ταυτόχρονα τα καθήκοντά της απέναντι στην Ντελάνα. Επιπλέον, η κάπως άξεστη αλλά ντόμπρα συμπεριφορά της άρεσε στην Εγκουέν. Ήταν πολύ εύκολο να πιάσει κουβέντα με τη Χάλιμα και να ξεχάσει για λίγο όχι ήταν η Έδρα της Άμερλιν, μια ανεμελιά που δεν την ένιωθε ούτε καν με τη Σιουάν. Είχε παλέψει σκληρά για να αναγνωριστεί τόσο ως Άες Σεντάι όσο κι ως Άμερλιν, και κρατιόταν με νύχια και με δόντια από αυτή την αναγνώριση. Ένα ολίσθημα από την ιδιότητά της ως Άμερλιν θα καθιστούσε ευκολότερο ένα επόμενο ολίσθημα, κι άλλο ένα, κι άλλο ένα, μέχρι που θα κατέληγε να θεωρείται πάλι παιδούλα. Αυτό μετέτρεπε αυτομάτως τη Χάλιμα σε εξαιρετική πολυτέλεια, πέρα από το τι μπορούσαν να κάνουν τα δάχτυλά της για τους πονοκεφάλους της Εγκουέν. Προς μεγάλη της ενόχληση, ωστόσο, όλες οι γυναίκες του στρατοπέδου έμοιαζαν να συμμερίζονται την άποψη της Σιουάν, με πιθανή εξαίρεση την Ντελάνα. Η Γκρίζα αδελφή φάνταζε πολύ σεμνότυφη για να απασχολεί μια κατώτερη, ανεξάρτητα αν νόμιζε πως έτσι εκδήλωνε την ευσπλαχνία της. Σε κάθε περίπτωση, πλέον δεν είχε ιδιαίτερη σημασία αν αυτή η γυναίκα κυνηγούσε άντρες ή τους έκανε να πέφτουν στην παγίδα της.