«Φοβάμαι πως έχω αρκετή δουλειά, Χάλιμα», είπε μοχθώντας να βγάλει τα γάντια της, κάτι που τις περισσότερες φορές έβρισκε εξαιρετικά επίπονο. Βέβαια, πάνω στο τραπέζι δεν υπήρχε ίχνος των αναφορών της Σέριαμ, αν κι η γυναίκα θα τις έστελνε σύντομα μαζί με μερικές αιτήσεις που πίστευε ότι άξιζαν την προσοχή της Εγκουέν. Δεν ήταν πολλές. Δέκα-δώδεκα εφέσεις αποκατάστασης αδικιών που περίμεναν την τελική κρίση της Άμερλιν, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει αν δεν μελετούσες πρώτα τις περιπτώσεις και δεν έκανες τις κατάλληλες ερωτήσεις πριν βγάλεις τη σωστή απόφαση. «Μπορούμε, όμως, να δειπνήσουμε παρέα». Αν, δηλαδή, τελείωνε τις δουλειές της και προλάβαινε να φάει εκεί. Ήδη κόντευε μεσημέρι. «Θα μπορούμε να μιλήσουμε τότε».
Η Χάλιμα ανακάθισε απότομα, με τα σαρκώδη της χείλη σουφρωμένα και τα μάτια της να βγάζουν σπίθες, αλλά το κατσούφιασμά της εξαφανίστηκε όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. Ωστόσο, κάτι σιγόκαιγε στο βλέμμα της. Αν ήταν γάτα, θα είχε ανασηκώσει το κορμί της κι η ουρά της θα έμοιαζε με βούρτσα. Ανασηκώθηκε με χάρη, πατώντας στα στρωμένα κιλίμια, κι ίσιωσε τη φούστα της πάνω από τους γοφούς της. «Πολύ καλά, λοιπόν. Αφού είσαι σίγουρη ότι δεν θες να μείνω».
Ο συγχρονισμός ήταν εντυπωσιακός, αλλά η Εγκουέν ένιωσε ξαφνικά κάτι αμβλύ να πάλλεται πίσω από τα μάτια της, γνώριμο σύμπτωμα κατακλυσμικού πονοκεφάλου. Ωστόσο, κούνησε το κεφάλι της κι επανέλαβε ότι την περίμενε πολλή δουλειά. Η Χάλιμα δίστασε για λίγο, με τα χείλη της σφιχτά ενωμένα και τα χέρια να σχηματίζουν γροθιές πάνω στη φούστα της, κι έπειτα άδραξε τον μεταξωτό της μανδύα με τη γούνινη επένδυση από τον ορθοστάτη και βγήκε με μεγάλες δρασκελιές από τη σκηνή, χωρίς καν να μπει στον κόπο να τραβήξει το ρούχο γύρω από τους ώμους της. Θα μπορούσε να αρπάξει καμιά πούντα με αυτό το κρύο.
«Έχει πολύ επιθετικό ταμπεραμέντο κι, αργά ή γρήγορα, θα βρει μπελά», μουρμούρισε η Σιουάν πριν καλά-καλά σταματήσει να ταλαντεύεται η υφασμάτινη είσοδος. Κοίταξε μουτρωμένη προς το μέρος της Χάλιμα και μετακίνησε το επώμιο στους ώμους της. «Αυτή η γυναίκα κρατάει τη γλώσσα της μπροστά σου, αλλά δεν χάνει ευκαιρία να τα ψάλει και σ’ εμένα και σε οποιονδήποτε άλλον. Μέχρι και στην Ντελάνα την έχουν ακούσει να φωνάζει. Πού ακούστηκε γραμματέας να φωνάζει στην εργοδότριά της, και μάλιστα όταν η τελευταία είναι αδελφή; Καθήμενη, μάλιστα! Δεν καταλαβαίνω γιατί την ανέχεται η Ντελάνα».
«Αυτό είναι δουλειά της Ντελάνα». Οι ερωτήσεις για θέματα που αφορούσαν σε μια άλλη αδελφή ήταν απαγορευμένες, πόσω μάλλον η ανάμειξη στα θέματα αυτά. Μόνο ένα έθιμο μπορούσε να υπαγορεύσει κάτι τέτοιο, όχι νόμος, αν και μερικά έθιμα είχαν ισχύ νόμου. Δεν έκρινε πως ήταν ανάγκη να το υπενθυμίσει στη Σιουάν.
Τρίβοντας τους κροτάφους της, η Εγκουέν κάθισε προσεκτικά στην καρέκλα που βρισκόταν πίσω από το γραφείο, η οποία ωστόσο ταλαντεύτηκε ελαφρώς. Ήταν σχεδιασμένη για να διπλώνεται και να αποθηκεύεται σε άμαξα, αλλά τα πόδια της είχαν το συνήθειο να διπλώνονται όταν δεν έπρεπε και, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, κανένας μαραγκός δεν κατάφερε να ρυθμίσει το πρόβλημα. Και το τραπέζι είχε την τάση να διπλώνεται, αλλά ήταν πιο σταθερό. Μακάρι να είχε την ευκαιρία στο Μουράντυ να αγοράσει ένα καινούργιο κάθισμα, αλλά ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να αγοραστούν, και δεν διέθετε χρήματα για ξόδεμα από τη στιγμή που είχε ήδη ένα κάθισμα. Τουλάχιστον, είχε αγοράσει ένα ζευγάρι όρθιων φανών κι έναν γραφείου, όλοι από χυτό σίδερο σε κόκκινο χρώμα, με καλής ποιότητας καθρέφτες, χωρίς φυσαλίδες. Ο κατάλληλος φωτισμός δεν έδειχνε να βοηθάει τους πονοκεφάλους της, αλλά ήταν καλύτερα από το να προσπαθεί να διαβάζει στο φως λίγων κεριών ή ενός φαναριού.
Αν η Σιουάν είχε αντιληφθεί την επίπληξη, δεν φάνηκε ωστόσο να πτοείται. «Δεν είναι μόνο θέμα ταμπεραμέντου. Μια-δυο φορές, είχα την εντύπωση πως ήταν έτοιμη να με χαστουκίσει. Υποθέτω πως είναι αρκετά λογική ώστε να μην κάνει κάτι τέτοιο, αλλά δεν είναι όλες Άες Σεντάι. Είμαι σίγουρη ότι αυτή έσπασε το χέρι εκείνου του αμαξοποιού. Ο τύπος είπε ότι έπεσε, αλλά, κρίνοντας από το βλέμμα του και τα χείλη του που έτρεμαν, μάλλον έλεγε ψέματα. Άλλωστε, ποιος άντρας θα παραδεχόταν ποτέ ότι μια γυναίκα τού έστριψε τον αγκώνα στην πλάτη, έτσι δεν είναι;»