Выбрать главу

«Πάψε επιτέλους, Σιουάν», είπε κουρασμένα η Εγκουέν, «Πιθανότατα, ο τύπος είχε πάρει πολύ θάρρος». Μάλλον έτσι ήταν. Τέλος πάντων, αδυνατούσε να φανταστεί τη Χάλιμα να σπάει το χέρι ενός άντρα. Όπως και να περιέγραφες αυτή τη γυναίκα, σίγουρα δεν θα την έλεγες μυώδη.

Αντί να ανοίξει τον ανάγλυφο φάκελο που είχε εναποθέσει στο γραφείο η Σιουάν, ακούμπησε τα χέρια της στην κάθε πλευρά του, απομακρύνοντάς τα έτσι από το κεφάλι της. Ίσως, αν αγνοούσε τον πόνο, να εξαφανιζόταν. Επιπλέον, έτσι για αλλαγή, υπήρχαν κάποιες πληροφορίες που ήθελε να μοιραστεί με τη Σιουάν. «Φαίνεται πως κάποιες αδελφές συζητούν το θέμα των διαπραγματεύσεων με την Ελάιντα», άρχισε να λέει.

Η Σιουάν, ανέκφραστη, ισορρόπησε πάνω σ’ ένα από τα δύο ξεχαρβαλωμένα τρίποδα μπροστά στο τραπέζι κι άρχισε να ακούει με προσοχή. Μόνο τα δάχτυλά της κινούνταν, χαϊδεύοντας ελαφρά τη φούστα της, μέχρι που η Εγκουέν σταμάτησε να μιλάει. Κατόπιν, έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές και γρύλισε μερικές βρισιές, δριμύτατες ακόμα και για τα δεδομένα της. Άρχισε να καταριέται τις υπόλοιπες να πνιγούν με τα άντερα μπαγιάτικου ψαριού και προχώρησε σε πιο ακατονόμαστες «ευχές», οι οποίες γίνονταν ακόμα χειρότερες, προερχόμενες από αυτό το νεανικό κι όμορφο προσωπάκι.

«Υποθέτω πως έτσι πράττεις το σωστό», μουρμούρισε μόλις οι βωμολοχίες καταλάγιασαν. «Τα κουτσομπολιά θ’ αρχίσουν να διαδίδονται, τώρα που πήραν μπρος, οπότε εσύ θα είσαι ένα βήμα μπροστά. Θαρρώ πως δεν θα έπρεπε να εκπλήσσομαι από την Μπεόνιν. Είναι φιλόδοξη, αλλά ανέκαθεν πίστευα πως θα γύριζε τρέχοντας στην Ελάιντα αν η Σέριαμ κι οι υπόλοιπες δεν σκλήραιναν τη στάση τους». Η φωνή της γινόταν όλο και πιο βεβιασμένη κι η Σιουάν κάρφωσε τη ματιά της στην Εγκουέν λες κι ήθελε να προσδώσει βαρύτητα στα λόγια της. «Μακάρι να με εξέπληττε η Βάριλιν κι οι άλλες του σιναφιού, Μητέρα. Με εξαίρεση τις Γαλάζιες, έξι Καθήμενες από πέντε Άτζα έφυγαν από τον Πύργο ύστερα από το πραξικόπημα της Ελάιντα». Στην εκφορά της λέξης «πραξικόπημα», το στόμα της συσπάστηκε ελαφρώς. «Πλέον, έχουμε μαζί μας μία αντιπρόσωπο για καθένα από τα πέντε Άτζα. Χθες βράδυ, στον Πύργο, βρέθηκα στον Τελ’αράν’ριοντ...»

«Ελπίζω να είσαι προσεκτική», είπε κοφτά η Εγκουέν. Υπήρχαν φορές που η Σιουάν έμοιαζε να αγνοεί την έννοια της λέξης «προσεκτική». Δεν ήταν λίγες οι αδελφές που θα έδιναν τα πάντα για να χρησιμοποιήσουν τα ελάχιστα ονειρικά τερ’ανγκριάλ που κατείχαν κυρίως για να επισκεφθούν τον Πύργο, και παρ’ όλο που το τερ’ανγκριάλ της Σιουάν δεν ήταν ακριβώς απαγορευμένο, δεν ήθελε και πολύ για να γίνει. Θα μπορούσε να έχει αμαυρώσει το όνομά της για πάντα, δίχως η Αίθουσα να της παραχωρήσει ούτε μία νύχτα. Πέραν των αδελφών που κατηγορούσαν τη Σιουάν για την αρχική διάλυση του Πύργου —δεν είχε την ίδια θερμή αποδοχή με τη Ληάνε, ούτε την κανάκεψε κανείς— πολλές ήταν εκείνες που θυμούνταν τον δύσκολο τρόπο διδασκαλίας της, όταν ήταν μία από τις λίγες που γνώριζαν πώς να χρησιμοποιήσουν το ονειρικό τερ’ανγκριάλ. Η Σιουάν δεν άντεχε τις ανόητες, κι όλες τους ήταν ανόητες στις πρώτες εξορμήσεις στον Τελ’αράν’ριοντ, οπότε τώρα έπρεπε να πάρει τη σειρά της Ληάνε όταν ήθελε να επισκεφθεί τον Κόσμο των Ονείρων, κι αν τυχόν την έβλεπε κάποια άλλη αδελφή, το επόμενο βήμα ήταν να τη διαπομπεύσουν. Ή, ακόμη χειρότερα, θα έψαχναν να βρουν ποια της είχε δανείσει τερ’ανγκριάλ, κάτι που ίσως κατέληγε στην αποκάλυψη της Ληάνε.

«Στον Τελ’αράν’ριοντ», είπε η Σιουάν κάνοντας μια αποπεμπτική χειρονομία, «είμαι μια διαφορετική γυναίκα με διαφορετικό φόρεμα κάθε φορά που στρίβω σε γωνία». Αυτό ακουγόταν καλό, αν και φάνταζε πιθανό να οφειλόταν σε έλλειψη ελέγχου κι όχι σε πρόθεση. Η πίστη της Σιουάν στις ικανότητες της ήταν πολλές φορές υπερεκτιμημένη. «Το θέμα είναι ότι χθες βράδυ είδα ένα μέρος μιας λίστας Καθήμενων και κατάφερα να διαβάσω τα περισσότερα ονόματα πριν αλλάξουν σε κατάλογο κρασιών». Αυτό ήταν αρκετά συνηθισμένο στον Τελ’αράν’ριοντ, όπου τίποτα δεν έμενε σταθερό για πάντα, εκτός αν επρόκειτο για αντικατοπτρισμό ενός αμετάβλητου πράγματος στον κόσμο της εγρήγορσης. «Η Αντάγια Φόρε εξελέγη για το Γκρίζο Άτζα, η Ρίνα Χάφντεν για το Πράσινο κι η Τζουιλέν Μάντομ για το Καφέ. Καμία απ’ αυτές δεν φορά το επώμιο πάνω από εβδομήντα χρόνια, το μέγιστο. Η Ελάιντα έχει το ίδιο πρόβλημα μ’ εμάς, Μητέρα».