Выбрать главу

Ως συνήθως, η πρώτη αναφορά δεν προερχόταν ούτε από τα Άτζα, ούτε από τη Σιουάν, αλλά από τη Ληάνε, σε λεπτά φύλα χαρτιού με κομψό και ρέοντα γραφικό χαρακτήρα. Η Εγκουέν δεν καταλάβαινε ακριβώς γιατί, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αμφέβαλλες πως ό,τι κι αν έγραφε η Ληάνε, ήταν γραμμένο από χέρι γυναίκας. Η Εγκουέν κράτησε τις σελίδες μία-μία πάνω από τη φλόγα του φανού που ήταν ακουμπισμένος στο τραπέζι, τις διάβασε κι έπειτα έκαψε το χαρτί, μέχρι που η φλόγα κόντεψε να φτάσει στα δάχτυλά της, κάνοντάς το στάχτη. Δεν ήταν συνετό από τη μία να συμπεριφέρεται δημοσίως στη Ληάνε σαν να είναι ξένη κι από την άλλη να αφήσει κάποια αναφορά της να πέσει σε λάθος χέρια.

Ελάχιστες αδελφές γνώριζαν ότι η Ληάνε διέθετε κατασκόπους στο εσωτερικό της Ταρ Βάλον. Ίσως ήταν η μοναδική αδελφή με αυτό το πλεονέκτημα. Το να παρατηρείς προσεκτικά τι συμβαίνει στον δρόμο, αγνοώντας ταυτόχρονα αυτό που βρίσκεται κάτω από τα πόδια σου, δεν είναι παρά ένδειξη ανθρώπινης αδυναμίας, και το Φως μόνο ήξερε ότι οι Άες Σεντάι είχαν περίπου τα ίδια ελαττώματα με τον υπόλοιπο κόσμο. Δυστυχώς, η Ληάνε δεν είχε άλλα νέα.

Οι άνθρωποι της, στην πόλη, γκρίνιαζαν για βρώμικους δρόμους που γίνονταν όλο και πιο επικίνδυνοι μόλις έπεφτε το σκοτάδι, ενώ και κατά τη διάρκεια της μέρας δεν ήταν τόσο ασφαλείς πια. Κάποτε, το έγκλημα ήταν σχεδόν άγνωστο στην Ταρ Βάλον, αλλά τώρα οι Φρουροί του Πύργου είχαν εγκαταλείψει τους δρόμους και περιπολούσαν στα λιμάνια και στους πύργους των γεφυρών. Εκτός από την είσπραξη φόρων από τα τελωνεία και την αγορά προμηθειών —αμφότερα διά μεσαζόντων— ο Λευκός Πύργος έμοιαζε εντελώς αποκομμένος από την υπόλοιπη πόλη. Οι τεράστιες πύλες που επέτρεπαν στο κοινό να περάσει στο εσωτερικό του Πύργου παρέμεναν κλειδαμπαρωμένες και κανείς δεν είχε δει έξω από τον Πύργο κάποια Άες Σεντάι από την έναρξη της πολιορκίας, αν όχι κι από νωρίτερα, πράγμα που επιβεβαίωνε όσα είχε αναφέρει προηγουμένως η Ληάνε. Η τελευταία σελίδα, ωστόσο, έκανε τα φρύδια της Εγκουέν να ανασηκωθούν. Σκόρπιες φήμες ανέφεραν πως ο Γκάρεθ Μπράυν είχε ανακαλύψει έναν μυστικό τρόπο για να μπει στην πόλη, κι ότι ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εμφανιστεί με το σύνολο του στρατού του στο εσωτερικό των τειχών.

«Η Ληάνε θα το είχε αναφέρει αν κάποιος είχε ψιθυρίσει έστω και μία λέξη σχετικά με τις πύλες», είπε γρήγορα η Σιουάν μόλις πρόσεξε την έκφραση στο πρόσωπο της Εγκουέν. Φυσικά, είχε διαβάσει ήδη όλες τις αναφορές και καταλάβαινε τι διάβαζε η Εγκουέν από τη σελίδα που κρατούσε. Ήταν τόσο αφηρημένη, που καθώς μετακινήθηκε πάνω στο ασταθές σκαμνί της, κόντεψε να πέσει στο χαλί, κάτι που δεν την πτόησε διόλου. «Επίσης, να είσαι σίγουρη ότι ο Γκάρεθ δεν θα άφηνε να διαρρεύσει τίποτα», συνέχισε, πασχίζοντας να ισορροπήσει ξανά. «Όχι ότι οι στρατιώτες του είναι τόσο ανόητοι ώστε να εγκαταλείψουν τώρα την πόλη, αλλά ξέρει πολύ καλά πότε να κρατάει το στόμα του κλειστό. Είναι γνωστό ότι επιτίθεται αιφνιδιαστικά, και στο παρελθόν έχει κατορθώσει απίθανα πράγματα από εκεί που δεν το περιμένεις. Αυτό είναι όλο».

Κρύβοντας ένα χαμόγελο, η Εγκουέν κράτησε το χαρτί που ανέφερε τον Άρχοντα Γκάρεθ μπροστά στις φλόγες, και το παρακολούθησε να ζαρώνει και να μαυρίζει. Λίγους μήνες νωρίτερα, η Σιουάν θα ειρωνευόταν έντονα αυτόν τον άντρα, αντί να τον εξυμνεί. Θα τον αποκαλούσε «Καταραμένο Γκάρεθ Μπράυν», όχι απλώς Γκάρεθ. Πιθανότατα, δεν θα απέφευγε να του πλύνει τα ρούχα και να του γυαλίσει τις μπότες, αλλά η Εγκουέν την είχε προσέξει να του ρίχνει ματιές στις σπάνιες περιπτώσεις που ο άντρας ερχόταν στο στρατόπεδο των Άες Σεντάι. Μόλις όμως το βλέμμα του έπεφτε επάνω της, εκείνη το έβαζε στα πόδια. Η Σιουάν! Το έβαζε στα πόδια! Η Σιουάν ήταν Άες Σεντάι για περισσότερα από είκοσι χρόνια και Άμερλιν για δέκα χρόνια, αλλά όσο ήξερε μια πάπια να κουρεύει πρόβατα, άλλο τόσο ήξερε κι εκείνη τι να κάνει σε ερωτικά θέματα.

Η Εγκουέν θρυμμάτισε τις στάχτες και σκούπισε τα χέρια της, ενώ το χαμόγελό της έσβηνε. Δεν την έπαιρνε να μιλήσει για τη Σιουάν. Ήταν κι η ίδια ερωτευμένη, αλλά δεν είχε ιδέα πού στο καλό βρισκόταν ο Γκάγουιν ή τι θα έκανε αν μάθαινε. Ο Γκάγουιν είχε καθήκον απέναντι στο Άντορ, εκείνη απέναντι στον Πύργο, κι ο μόνος τρόπος να γεφυρώσει το χάσμα, δηλαδή να τον δεσμεύσει, μπορεί να οδηγούσε στον χαμό του. Καλύτερα να τον άφηνε να φύγει και να τον ξεχνούσε εντελώς. Ναι, τόσο εύκολα, σαν να ξεχνούσε το όνομά της. Όντως θα τον δέσμευε. Το ήξερε. Βέβαια, θα ήταν αδύνατον να τον δεσμεύσει δίχως να ξέρει πού βρίσκεται και χωρίς να έχει πρόσβαση σ’ εκείνον, οπότε όλα κατέληγαν σε αδιέξοδο. Οι άντρες ανέκαθεν ήταν... μπελάς!