«Εν ανάγκη, Σιουάν», είπε εκνευρισμένη, «θα αφήσω τις αδελφές να μιλήσουν με μερικές γυναίκες καμιά εκατοστή χρόνια, ή και παραπάνω, μεγαλύτερες από τις ίδιες. Ίσως προσπαθήσουν να τις απορρίψουν, θεωρώντας τες αδέσποτες και ψεύτρες, αλλά η Ρεάνε Κόρλυ μπορεί να αποδείξει ότι βρισκόταν στον Πύργο και πότε, όπως κι οι υπόλοιπες. Με λίγη τύχη, θα πείσω τις αδελφές να αποδεχθούν την αποδέσμευση από τους Τρεις Όρκους, έτσι ώστε να μπορέσουν να αποσυρθούν στο Σόι πριν καλά-καλά μάθουν ότι υπάρχει συμφωνία με τις Άθα’αν Μιέρε. Από τη στιγμή που θα αποδεχτούν την αποδέσμευση οποιασδήποτε αδελφής από τους Όρκους, δεν θα ’ναι δύσκολο να τις πείσω να ελευθερώσουν τις αδελφές των Θαλασσινών. Πέρα από αυτό, το υπόλοιπο κομμάτι της συμφωνίας είναι ψιλολόγια. Όπως συνηθίζεις να επαναλαμβάνεις, η ικανότητα κι η επιδεξιότητα είναι απαραίτητες για να πετύχεις τους στόχους σου στην Αίθουσα, αλλά χρειάζεται και τύχη. Τέλος πάντων, θα κοιτάξω να είμαι όσο πιο επιδέξια γίνεται, κι όσον αφορά στην τύχη, φαίνεται πως, για μια φορά, οι περιστάσεις με ευνοούν».
Η Σιουάν άρχισε να κάνει γκριμάτσες αποδοκιμασίας και να ξεροβήχει, αλλά στο τέλος συμφώνησε ακόμα και στο ότι, με λίγη καλή τύχη και με τον κατάλληλο συγχρονισμό, η Εγκουέν θα τα έβγαζε πέρα. Όχι ότι είχε πειστεί για το Σόι ή για τη συμφωνία με τις Άθα’αν Μιέρε, αλλά αυτό που πρότεινε η Εγκουέν ήταν τόσο πρωτάκουστο, που κατά το μεγαλύτερο μέρος του θα περνούσε από την Αίθουσα πριν καλά-καλά το πάρουν χαμπάρι. Η Εγκουέν δεχόταν να συμβιβαστεί. Όποιο κι αν ήταν το θέμα στην Αίθουσα, έβρισκες σχεδόν πάντα αρκετές Καθήμενες που αντιτίθονταν, δυσκολεύοντας έτσι την κοινή συναίνεση, και τίποτα δεν συνέβαινε στην Αίθουσα αν δεν υπήρχε η ελάχιστη; κοινή συναίνεση, αν όχι η μέγιστη. Της φαινόταν πως τα περισσότερα πάρε-δώσε της με την Αίθουσα αφορούσαν στο να πείσει τις Καθήμενες να κάνουν αυτό που δεν ήθελαν. Δεν υπήρχε λόγος να είναι τώρα διαφορετικά τα πράγματα.
Ενώ οι Πράσινες είχαν συγκεντρώσει την προσοχή τους στους Μεθορίτες, οι Γκρίζες την είχαν στρέψει νότια προς το παρόν. Όλα τα Άτζα είχαν εντυπωσιαστεί από τις αναφορές που κατέφθαναν από το Ίλιαν και το Δάκρυ σχετικά με μεγάλους αριθμούς αδέσποτων μεταξύ των Άες Σεντάι, κάτι που έβρισκαν εξαιρετικά ενδιαφέρον αν ήταν αληθινό, πράγμα για το οποίο υπήρχαν αμφιβολίες, ειδάλλως οι αδελφές θα το γνώριζαν από πριν. Σε τελική ανάλυση, πώς ήταν δυνατόν να κρατηθεί κρυφό κάτι τέτοιο; Κανείς δεν ανέφερε πως οι αδελφές κοιτούσαν μονάχα επιφανειακά κι όχι βαθύτερα. Οι Γκρίζες, ωστόσο, είχαν εντυπωσιαστεί με τη συνεχιζόμενη απειλή των Σωντσάν απέναντι στο Ίλιαν και την πρόσφατη πολιορκία της Πέτρας του Δακρύου. Οι πόλεμοι κι οι απειλές πολέμων ανέκαθεν γοήτευαν τις Γκρίζες· αφ’ ενός, ήταν ολόψυχα δοσμένες στο να θέτουν τέλος στις διαμάχες και, αφ’ ετέρου, ήθελαν να επεκτείνουν την επιρροή τους. Κάθε φορά που οι Γκρίζες σταματούσαν έναν πόλεμο με μια συνθήκη, αύξαιναν την επιρροή όλων των Άες Σεντάι, πολλώ δε μάλλον των ίδιων των Γκρίζων. Πάντως, οι Σωντσάν έδειχναν αρνητικοί σε διαπραγματεύσεις —με τις Άες Σεντάι, τουλάχιστον— κι η εξοργιστική αίσθηση των Γκρίζων ότι είχαν σαμποτάρει τα σχέδιά τους εκφραζόταν με δριμείες εκφράσεις σχετικά με τις εισβολές των Σωντσάν στα σύνορα και τις διαρκώς αυξανόμενες δυνάμεις που συγκέντρωνε ο Άρχοντας Γκρέγκοριν, ο Διαχειριστής στο Ίλιαν που δούλευε για λογαριασμό του Αναγεννημένου Δράκοντα, ένας διόλου ευκαταφρόνητος τίτλος. Το Δάκρυ διέθετε τον δικό του Διαχειριστή για λογαριασμό του Αναγεννημένου Δράκοντα, τον Υψηλό Άρχοντα Ντάρλιν Σίσνερα, ο οποίος πολιορκούνταν στην Πέτρα από ευγενείς που αρνούνταν να αποδεχτούν τον Ραντ. Ήταν μια πολύ παράξενη πολιορκία. Η Πέτρα είχε δικές της αποβάθρες κι οι εχθροί του Ντάρλιν αδυνατούσαν να αποκόψουν τις προμήθειες, οπότε κάθονταν και περίμεναν να συμβεί κάτι. Ίσως, πάλι, απλώς να μην ήξεραν τι να κάνουν. Μόνο οι Αελίτες είχαν κατορθώσει να πάρουν την Πέτρα με γιουρούσι, και κανείς δεν είχε λιμοκτονήσει. Οι Γκρίζες έτρεφαν ελπίδες για το Δάκρυ.
Το κεφάλι της Εγκουέν τινάχτηκε όρθιο καθώς διάβασε τη σελίδα μέχρι το τέλος. Την άφησε κάτω βιαστικά κι έπιασε την επόμενη. Οι Γκρίζες είχαν κάποιες ελπίδες. Προφανώς, κάποια Γκρίζα αδελφή είχε αναγνωριστεί να εξέρχεται από την Πέτρα και να συναντιέται με τον Υψηλό Άρχοντα Τεντόσιαν και την Υψηλή Αρχόντισσα Εστάντα, δύο από τους επιφανέστερους πολιορκητές. «Η Μεράνα», ξεφύσησε η Εγκουέν. «Λένε ότι ήταν η Μεράνα Άμπρεϋ, Σιουάν». Ασυνείδητα, έτριψε ξανά τους κροτάφους της. Ο πόνος πίσω από τα μάτια της είχε αρχίσει να της δίνει σουβλιές.