«Κι η Κάντσουεϊν;» ρώτησε η Εγκουέν. Απ’ όλα τα ονόματα που ξεπήδησαν από την Καιρχίν, το συγκεκριμένο προκαλούσε ρίγη μεταξύ των αδελφών. Η Κάντσουεϊν Μελάιντριν ήταν ένας θρύλος, τόσο με κακές, όσο και με καλές εκδοχές. Κάποιες αδελφές ήταν σίγουρες ότι επρόκειτο περί λάθους. Η Κάντσουεϊν θα έπρεπε να είναι νεκρή πια, κάτι που μερικές εύχονταν ολόψυχα. «Είσαι σίγουρη πως παρέμεινε στην Καιρχίν ύστερα από την εξαφάνιση του Ραντ;»
«Μόλις κατάλαβα ότι γινόταν λόγος γύρω από το όνομά της, φρόντισα να βάλω τους ανθρώπους μου να την έχουν από κοντά», είπε η Σιουάν. Δεν ακουγόταν διόλου ήρεμη πια. «Δεν ξέρω αν είναι όντως Σκοτεινόφιλη, απλώς το υποπτεύομαι, αλλά σε διαβεβαιώνω ότι βρισκόταν στο Παλάτι του Ήλιου μια βδομάδα μετά την εξαφάνισή του».
Η Εγκουέν έκλεισε ερμητικά τα μάτια της και πίεσε τις παλάμες πάνω στα βλέφαρά της, κάτι που δεν φάνηκε όμως να επηρεάζει και τόσο τις μονότονες βελονιές που ένιωθε μέσα στο κεφάλι της. Ίσως ο Ραντ έκανε παρέα με κάποια Μαύρη αδελφή. Ίσως, πάλι, είχε χρησιμοποιήσει τον Πειθαναγκασμό σε κάποια Άες Σεντάι, κάτι εξαιρετικά κακό για οποιονδήποτε, αλλά ακόμη χειρότερο και πιο δυσοίωνο για τις Άες Σεντάι. Αυτό που τολμούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον μιας Άες Σεντάι ήταν δέκα —ίσως κι εκατό— φορές πιθανότερο να χρησιμοποιηθεί εναντίον κάποιου που δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έπρεπε να βρουν τρόπο να τον αντιμετωπίσουν. Η Εγκουέν είχε μεγαλώσει μαζί με τον Ραντ, αλλά δεν επέτρεπε στον εαυτό της να επηρεάζεται από αυτό. Αυτός ο άνθρωπος ήταν, πλέον, ο Αναγεννημένος Δράκοντας, η ελπίδα του κόσμου και, ταυτόχρονα, ίσως η μεγαλύτερη απειλή του. Ίσως; Οι Σωντσάν δεν θα μπορούσαν να κάνουν τόση ζημιά όση ο Αναγεννημένος Δράκοντας από μόνος του. Κι η Εγκουέν σκόπευε να εκμεταλλευτεί την πιθανότητα αυτός ο άντρας να είχε Πειθαναγκάσει αδελφές. Πράγματι, η Έδρα της Άμερλιν ήταν μια εντελώς διαφορετική γυναίκα από εκείνη τη θυγατέρα του πανδοχέα.
Στραβοκοιτάζοντας την κασσιτέρινη κούπα με το κατ’ ευφημισμόν τσάι, την πήρε στα χέρια της και πιέστηκε να πιει μονορούφι το αηδιαστικό υγρό, φτύνοντας και βήχοντας μέχρι να το καταπιεί όλο. Αν μη τι άλλο, ίσως η άσχημη γεύση να της αποσπούσε την προσοχή από τον πονοκέφαλο.
Καθώς απίθωνε την κούπα, με τον χαρακτηριστικό, κοφτό και μεταλλικό ήχο του μετάλλου πάνω στο ξύλο, η Ανάγια εμφανίστηκε στο εσωτερικό της σκηνής, μουτρωμένη και τόσο συνοφρυωμένη, ώστε είχαν σχηματιστεί ζάρες στο πρόσωπό της.
«Η Ακαρίν κι οι υπόλοιπες επέστρεψαν, Μητέρα», είπε. «Η Μόρια μού είπε να σε πληροφορήσω ότι έχει καλέσει την Αίθουσα σε ακρόαση των αναφορών τους».
«Επέστρεψαν, επίσης, η Εσκαράλντε με τη Μάλιντ», ανακοίνωσε η Μόρβριν, στο κατόπι της Ανάγια, παρέα με τη Μυρέλ. Η Πράσινη αδελφή φάνταζε σαν προσωποποίηση μιας ηρεμίας έτοιμης να ξεσπάσει, αν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, με το ελαιόχρωμο πρόσωπό της γαλήνιο και τα μάτια της σαν μαύρα κάρβουνα, αλλά ήταν τέτοια η κατήφεια της Μόρβριν που, συγκριτικά, η Ανάγια έμοιαζε ευχαριστημένη. «Στέλνουν μαθητευόμενες κι Αποδεχθείσες να βρουν επειγόντως τις Καθήμενες», είπε η Καφετιά. «Δεν έχουμε ιδέα τι ακριβώς ανακάλυψε η Ακαρίν, αλλά νομίζω πως η Εσκαράλντε κι οι άλλες θα το χρησιμοποιήσουν για να υποκινήσουν την Αίθουσα προς κάποιον συγκεκριμένο στόχο».
Ατενίζοντας τα σκούρα κατακάθια, που επέπλεαν με τη μορφή μικρών σταγόνων στον πάτο της κούπας, η Εγκουέν αναστέναξε. Έπρεπε απαραίτητα να παραστεί, κι όχι μόνο αυτό, αλλά θα αντιμετώπιζε τις Καθήμενες με πονοκέφαλο κι έχοντας αυτή την απαίσια γεύση στο στόμα της. Ίσως θα μπορούσε να τη θεωρήσει τιμωρία γι’ αυτό που επρόκειτο να κάνει στην Αίθουσα.
19
Εκπλήξεις
Σύμφωνα με το έθιμο, η Άμερλιν είχε ενημερωθεί για τη συνεδρίαση της Αίθουσας, μολονότι δεν ελέχθη τίποτα σχετικά με το αν ήταν απαραίτητο να την περιμένουν πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις, πράγμα που σήμαινε ότι δεν είχαν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους. Η Εγκουέν ήθελε να σηκωθεί και να πάει κατευθείαν στο μεγάλο κιόσκι, πριν προλάβουν η Μόρια κι οι υπόλοιπες να εκπλήξουν τις παριστάμενες. Άλλωστε, οι εκπλήξεις στην Αίθουσα σπάνια έβγαιναν σε καλό. Οι πρόσφατες εκπλήξεις, μάλιστα, απέβαιναν ακόμα χειρότερες. Ωστόσο, έπρεπε να τηρηθεί ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο βάσει νόμου, όχι εθίμου, για την είσοδο της Άμερλιν στην Αίθουσα, οπότε η Εγκουέν έμεινε εκεί που ήταν, κι έστειλε τη Σιουάν να φέρει τη Σέριαμ, ώστε η αναγγελία της να γίνει σύμφωνα με το τυπικό από την Τηρήτρια των Χρονικών. Η Σιουάν τής είχε πει ότι μάλλον θα έπρεπε να προειδοποιήσουν τις Καθήμενες για την παρουσία της —αφού ανέκαθεν υπήρχαν ζητήματα που οι τελευταίες επιθυμούσαν να συζητήσουν απουσία της— κι ο τόνος της φωνής της έδειχνε πως δεν αστειευόταν.