Выбрать главу

Σε κάθε περίπτωση, δεν είχε νόημα να πάει στην Αίθουσα μέχρι να μπορέσει να εισέλθει. Καταπνίγοντας την ανυπομονησία της, ακούμπησε το κεφάλι της στις παλάμες της κι άρχισε να τρίβει τους κροτάφους της, πασχίζοντας να διαβάσει λίγο ακόμα από τις αναφορές των Άτζα. Παρά το αηδιαστικό «τσάι», ίσως όμως κι εξαιτίας του, ο πονοκέφαλος έκανε τις λέξεις να τρεμοφέγγουν πάνω στη σελίδα κάθε φορά που βλεφάριζε, ενώ η Ανάγια κι οι άλλες δύο δεν βοηθούσαν καθόλου.

Η Σιουάν δεν είχε προλάβει να βγει, κι η Ανάγια τίναξε προς τα πίσω τον μανδύα της, βολεύτηκε στο σκαμνί που καθόταν προηγουμένως η Σιουάν —το οποίο δεν φάνηκε να τρικλίζει υπό το βάρος της, παρά τα ακανόνιστα ποδαράκια του— κι άρχισε να κάνει υποθέσεις για το περιεχόμενο των αναφορών της Μόρια και των υπολοίπων. Δεν ήταν επιπόλαιη και, δεδομένων των συνθηκών, δεν δυσκολευόταν διόλου να θέσει υπό έλεγχο τις ευφάνταστες σκέψεις της, ασχέτως αν ήταν κάπως ανησυχητικές.

«Όποιος φοβάται, δρα ανόητα, Μητέρα. Ακόμα και μια Άες Σεντάι», μουρμούρισε ακουμπώντας τα χέρια πάνω στα γόνατά της, «όμως, αν μη τι άλλο, μπορείς να είσαι σίγουρη ότι, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, η Μόρια θα είναι αυστηρή με την Ελάιντα. Κατηγόρησε την Ελάιντα για κάθε νεκρή αδελφή έπειτα από την εκθρόνιση της Σιουάν. Η Μόρια θέλει να μαστιγωθεί η Ελάιντα για κάθε θάνατο αδελφής πριν την αναλάβει ο δήμιος. Είναι σκληρή γυναίκα, πιο σκληρή κι απ’ τη Λελαίν από μια άποψη. Σκληρόπετση, θα έλεγα. Δεν διστάζει να κάνει πράγματα για τα οποία η Λελαίν θα είχε ενδοιασμούς. Φοβάμαι πολύ πως θα πιέσει να γίνει επίθεση στην πόλη το γρηγορότερο. Αν οι Αποδιωγμένοι κινούνται τόσο ανοικτά και σε τέτοια έκταση, καλύτερα ένας Πύργος τραυματισμένος αλλά ακέραιος, παρά διχασμένος. Φοβάμαι πως κάπως έτσι βλέπει τα πράγματα η Μόρια. Σε τελική ανάλυση, όσο κι αν θέλουμε να αποφύγουμε τον σκοτωμό μεταξύ αδελφών, δεν θα είναι η πρώτη φορά. Ο Πύργος έχει αντέξει πολύ καιρό και γιατρεύτηκε από πολλές πληγές. Μπορούμε να τον γιατρέψουμε κι απ’ αυτή».

Η φωνή της Ανάγια ταίριαζε γάντι με την όψη της —θερμή, υπομονετική κι ανακουφιστική— αλλά οι παρατηρήσεις που έκανε ήταν τόσο δριμείες, ώστε θύμιζαν νύχια που ξύνουν γρίλιες. Μα το Φως, απ’ όλα όσα είχε πει η Ανάγια σχετικά με τους φόβους της για τη Μόρια, φαίνεται πως αυτό ταίριαζε στην ψυχική της διάθεση. Η γυναίκα αυτή ήταν δυναμική, ατρόμητη και πρόσεχε πάντα τα λόγια της. Αν ήταν υπέρ τού να γίνει άμεση επίθεση, πόσες άλλες ενστερνίζονταν άραγε τη γνώμη της;

Ως συνήθως, η Μυρέλ μόνο αμήχανη δεν ήταν. Ευμετάβλητη και φλογερή ήταν οι δύο καταλληλότερες λέξεις για να την περιγράψουν. Δεν ήξερε τι πάει να πει υπομονή. Βάδιζε πάνω-κάτω, όσο της επέτρεπε ο περιορισμένος χώρος της σκηνής, κλωτσώντας τη βαθυπράσινη φούστα της ή κάποιο από τα μαξιλαράκια με τα έντονα χρώματα που ήταν στοιβαγμένα στον τοίχο, πριν στραφεί για άλλη μια γύρα. «Αν η Μόρια φοβάται τόσο, ώστε να πιέζει την Αίθουσα για άμεση επίθεση, σημαίνει ότι είναι κατατρομοκρατημένη. Ένας Πύργος αρκετά πληγωμένος για να τα βγάλει πέρα μοναχός του, δεν θα μπορέσει να αντισταθεί ούτε στους Αποδιωγμένους ούτε σε κανέναν άλλον εχθρό. Τη Μάλιντ πρέπει να έχετε κατά νου. Ανέκαθεν τόνιζε ότι η Τάρμον Γκάι’ντον μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή. Την έχω ακούσει να λέει ότι όσα διαισθανόμαστε μπορεί να είναι τα προκαταρκτικά της Τελευταίας Μάχης, η οποία μπορεί να λάβει χώρα εδώ οποιαδήποτε στιγμή. Υπάρχει καλύτερο μέρος να χτυπήσει η Σκιά από την Ταρ Βάλον; Η Μάλιντ ποτέ δεν φοβόταν να κάνει δύσκολες επιλογές, ούτε να οπισθοχωρήσει όποτε το έκρινε αναγκαίο. Θα μπορούσε κάλλιστα να εγκαταλείψει ταυτόχρονα την Ταρ Βάλον και τον Πύργο αν πίστευε πως έτσι ήταν δυνατόν να διαφυλάξει κάποιες από εμάς για την Τάρμον Γκάι’ντον. Θα προτείνει να λύσουμε την πολιορκία και να πάμε κάπου όπου οι Αποδιωγμένοι δεν θα μπορέσουν να μας βρουν μέχρι να είμαστε έτοιμες να ξαναχτυπήσουμε. Αν θέσει το ερώτημα στην Αίθουσα με τον κατάλληλο τρόπο, ίσως εξασφαλίσει ομόφωνη συναίνεση κι υποστήριξη». Η σκέψη και μόνο έκανε τις λέξεις να χορεύουν ακόμα πιο έντονα πάνω στη σελίδα που είχε μπροστά της η Εγκουέν.

Η Μόρβριν, με το σκληρό στρογγυλό της πρόσωπο, ακούμπησε τις γροθιές στους φαρδιούς γοφούς της κι άρχισε να απαντάει κοφτά και τραχιά σε κάθε μεμονωμένη πρόταση. «Δεν γνωρίζουμε ακόμα αρκετά για να είμαστε σίγουρες όχι πρόκειται για τους Αποδιωγμένους» και «Πώς μπορείς να το ξέρεις, αν δεν το πει η ίδια;» και «Μπορεί ναι, μπορεί κι όχι» και «Η απλή υποψία δεν είναι απόδειξη». Έλεγαν όχι αυτή η γυναίκα δεν πίστευε ότι ήταν πρωί αν δεν έβλεπε τον ήλιο. Η σταθερή φωνή της δεν σήκωνε αντιρρήσεις, ειδικά αν έβγαζες εύκολα συμπεράσματα. Από την άλλη, δεν ήταν και τόσο καταπραϋντική για ένα κεφάλι που βασανιζόταν από πονοκέφαλο. Η αλήθεια ήταν ότι δεν πήγαινε κόντρα στις υποθέσεις, απλώς διατηρούσε ανοικτό και καθαρό μυαλό, κι ένας άνθρωπος με καθαρό μυαλό μπορεί να βρει λύση σε κάθε είδους αδιέξοδο.