Выбрать главу

Η Εγκουέν έκλεισε μ’ έναν κρότο τον ανάγλυφο φάκελο των αναφορών. Δεν της ήταν τόσο εύκολο να συνεχίσει την ανάγνωση εν μέσω, αφ’ ενός, της αηδιαστικής γεύσης στη γλώσσα της κι, αφ’ ετέρου, των συνεχιζόμενων παλμών στο κεφάλι της — για να μην αναφέρουμε τις ακατάπαυστες φωνασκίες των γυναικών! Οι τρεις αδελφές την κοίταξαν έκπληκτες. Είχε ξεκαθαρίσει εδώ και καιρό ότι ήταν η επικεφαλής, αλλά πάσχιζε να μη δείχνει θυμό. Ανεξάρτητα από τους όρκους πίστης που είχε πάρει, μια νεαρή γυναίκα που έδειχνε τον θυμό της μπορούσε εύκολα να βρεθεί στο περιθώριο ως κακότροπη, πράγμα που την έκανε να θυμώνει ακόμα περισσότερο, κι έτσι να αυξάνεται ο πονοκέφαλος και ούτω καθεξής...

«Αρκετό καιρό περίμενα», είπε, καταβάλλοντας προσπάθεια να διατηρήσει ήρεμη τη φωνή της. Έκανε μια αδιόρατη αλλά κοφτή κίνηση με το κεφάλι της. Ίσως η Σέριαμ σκέφτηκε πως θα τη συναντούσε στην Αίθουσα.

Άδραξε τον μανδύα της και βγήκε έξω στο κρύο, προσπαθώντας να τον τυλίξει γύρω από τους ώμους της, ενώ η Μόρβριν κι οι άλλες δύο δίστασαν για μια στιγμή πριν την ακολουθήσουν. Έτσι όπως τη συνόδευαν στην Αίθουσα, έδιναν την εντύπωση ότι αποτελούσαν τη συνοδεία της, ωστόσο υποτίθεται ότι την πρόσεχαν, αν κι η Εγκουέν υποψιαζόταν πως ακόμα κι η Μόρβριν ανυπομονούσε να ακούσει την αναφορά της Ακαρίν και να δει με ποιον τρόπο θα την εκμεταλλεύονταν η Μόρια κι οι υπόλοιπες.

Η Εγκουέν, αντίθετα με ό,τι πίστευαν η Μυρέλ κι η Ανάγια, ήλπιζε πως δεν θα ήταν δύσκολο να τα βγάλει πέρα. Εν ανάγκη, ίσως προσπαθούσε να εφαρμόσει τον Νόμο του Πολέμου, αλλά ακόμα κι αν επιτύγχανε κάτι τέτοιο, το να κυβερνάει μέσω διατάγματος συνεπαγόταν αρκετά μειονεκτήματα. Όταν ο κόσμος αναγκαζόταν να σε υπακούσει σε ένα θέμα, έψαχνε να βρει τρόπο να ξεγλιστρήσει σε κάποιο άλλο, κι όσο περισσότερο τους ανάγκαζες να σε υπακούουν, τόσο περισσότερα παραθυράκια έβρισκαν για να ξεγλιστρούν. Επρόκειτο για μια φυσική ισορροπία, από την οποία δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγεις. Το χειρότερο ήταν όταν συνειδητοποίησε ότι εθιζόταν στο να κάνει τους άλλους να στέκονται προσοχή με μία της λέξη, κάτι που το εκλάμβανε ως φυσική κατάσταση πραγμάτων, αλλά όταν έπαυε να λειτουργεί, την είχες άσχημα. Επιπλέον, με το κεφάλι της να σφυροκοπεί —και τώρα πράγματι σφυροκοπούσε, δεν παλλόταν απλώς, αν κι όχι ιδιαίτερα δυνατά— ήταν έτοιμη να αρπαχτεί με όποιον τη στραβοκοίταζε, έστω κι αν απέστρεψε αμέσως το βλέμμα του.

Ο ήλιος έστεκε ακριβώς πάνω από τα κεφάλια τους, μια χρυσαφένια μπάλα σ’ έναν γαλανό ουρανό με σκόρπια λευκά σύννεφα, αλλά δεν εξέπεμπε θερμότητα, παρά μόνον άχρωμες σκιές και μερικά λαμπυρίσματα στα σημεία όπου το χιόνι είχε παραμείνει απάτητο. Ο αέρας ήταν εξίσου παγερός μ’ εκείνον στο ποτάμι. Η Εγκουέν αγνόησε το κρύο, αρνήθηκε να το αφήσει να την αγγίξει, αλλά μονάχα οι νεκροί θα έμεναν αδιάφοροι τη στιγμή που οι ανάσες όλων σχημάτιζαν λευκή ομίχλη μπροστά στα πρόσωπα τους. Είχε έρθει η ώρα του μεσημεριανού γεύματος, μα ήταν σχεδόν αδύνατον να τραφούν ταυτόχρονα τόσες μαθητευόμενες. Έτσι, η Εγκουέν κι η συνοδεία της εξακολουθούσαν να προχωρούν μέσα από μια θάλασσα λευκοντυμένων γυναικών που παραμέριζαν, αρχίζοντας τις υποκλίσεις καταμεσής του δρόμου. Προχωρούσαν με γοργό βηματισμό, τόσο που τις είχαν προσπεράσει πριν οι διάφορες ομάδες μαθητευομένων προλάβουν να απλώσουν τις φούστες τους.

Ο δρόμος δεν ήταν μακρύς και δεν χρειάστηκε παρά να διασχίσουν μονάχα τέσσερα σημεία στους λασπερούς δρόμους. Κάποιοι μιλούσαν για ξύλινες γέφυρες, αρκετά ψηλές για να περάσει κανείς από κάτω, αλλά οι γέφυρες συνιστούσαν μια συνεχή επαφή με το στρατόπεδο, κάτι που δεν επιθυμούσε κανείς. Ακόμα κι οι αδελφές που μιλούσαν σχετικά με αυτές, σε καμία περίπτωση δεν πίεσαν για την κατασκευή τους. Οπότε, το μόνο που τους έμενε ήταν να προχωρούν αργά και να φροντίζουν να κρατάνε ψηλά τις φούστες και τους μανδύες τους για να μη λασπωθούν έως τα γόνατα. Τα πλήθη, τουλάχιστον, άρχισαν να αραιώνουν σταδιακά καθώς προσέγγιζαν την Αίθουσα, η οποία φάνταζε σχεδόν απομονωμένη.