Η Νισάο με την Καρλίνυα τις περίμεναν ήδη μπροστά από το μεγάλο κιόσκι από λινάτσα με τα μπαλωμένα πλαϊνά παραπετάσματα. Η μικροκαμωμένη Κίτρινη δάγκωνε νευρικά το κάτω χείλος της παρατηρώντας την Εγκουέν με έκδηλη ανησυχία. Η Καρλίνυα ήταν η προσωποποίηση της γαλήνης, με βλέμμα ψυχρό και χέρια διπλωμένα στη μέση της. Εκτός του ότι είχε ξεχάσει να φορέσει τον μανδύα της, η λάσπη είχε λερώσει το κεντητό με σπειροειδή σχέδια στρίφωμα της κατάλευκης φούστας της, ενώ ήταν προφανές ότι οι μελαχρινές της μπούκλες χρειάζονταν επειγόντως ένα καλό χτένισμα. Αφού υποκλίθηκαν, ενώθηκαν με την Ανάγια και τις άλλες δύο που ακολουθούσαν την Εγκουέν σε κάποια απόσταση, κι άρχισαν να μουρμουρίζουν σιγανά. Από τα λίγα που έπιασε το αυτί της Εγκουέν, συζητούσαν περί ανέμων και υδάτων, σχετικά με τον καιρό ή πόση ώρα θα χρειαζόταν να περιμένουν. Το μέρος δεν ήταν κατάλληλο για να δείξουν ότι είχαν στενή σχέση μαζί της.
Η Μπεόνιν φάνηκε να κατηφορίζει βιαστικά το στενάκι, με τη βεβιασμένη της ανάσα να σχηματίζει ομίχλη, και σταμάτησε απότομα, ατενίζοντας την Εγκουέν, πριν ενωθεί με τις υπόλοιπες. Η ένταση γύρω από τα γκριζογάλανα μάτια της ήταν πιο φανερή από ποτέ. Ίσως πίστευε πως κάτι τέτοιο θα επηρέαζε τις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, ήξερε ότι οι συζητήσεις ήταν επίπλαστες, ένα απλό τέχνασμα για να κερδίσουν χρόνο. Η Εγκουέν ήλεγξε την αναπνοή της κι εφάρμοσε μερικές πρακτικές των μαθητευομένων, αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν είχε αποτέλεσμα στον πονοκέφαλο, κάτι που ούτως ή άλλως συνέβαινε σπάνια.
Ανάμεσα στις σκηνές και προς κάθε κατεύθυνση, δεν υπήρχε ίχνος της Σέριαμ, αλλά δεν ήταν ακριβώς μόνες τους στο δρομάκι έξω από το μεγάλο κιόσκι. Η Ακαρίν με τις πέντε άλλες αδελφές που είχαν πάει μαζί της, μία από κάθε Άτζα, περίμεναν μαζεμένες στην άλλη μεριά της εισόδου. Οι περισσότερες έκαναν αφηρημένες υποκλίσεις προς το μέρος της Εγκουέν, κρατώντας αποστάσεις. Ίσως είχαν προειδοποιηθεί να μην πουν κουβέντα σε κανέναν μέχρι να μιλήσουν μπροστά στην Αίθουσα. Η Εγκουέν, βέβαια, θα απαιτούσε εκ μέρους τους να αναφερθούν άμεσα, και το πιθανότερο θα ήταν να το κάνουν, μια και τις διέταζε η ίδια η Άμερλιν. Από την άλλη όμως, η σχέση μιας Άμερλιν με τα Άτζα ήταν ανέκαθεν εύθραυστη, ακόμα και με το Άτζα από το οποίο είχε προέλθει η ίδια. Εξίσου εύθραυστες ήταν κι οι σχέσεις της με την Αίθουσα. Η Εγκουέν ανάγκασε τον εαυτό της να χαμογελάσει και να κλίνει με χάρη το κεφάλι της. Μπορεί πίσω από αυτό το χαμόγελο να έτριζε τα δόντια της, αλλά αυτό βοηθούσε να κρατάει το στόμα της κλειστό.
Φαίνεται πως δεν είχαν όλες οι αδελφές επίγνωση της παρουσίας της. Η Ακαρίν, λεπτεπίλεπτη και ντυμένη με ένα απέριττο καφετί μάλλινο κι έναν μανδύα με περίτεχνα πράσινα κεντήματα, κοιτούσε στο πουθενά κουνώντας πού και πού το κεφάλι της σαν να μιλούσε στον εαυτό της. Προφανώς, έκανε εξάσκηση σε όσα θα έλεγε όταν έμπαινε μέσα. Η Ακαρίν δεν ήταν πολύ ισχυρή στη Δύναμη, ελάχιστα περισσότερο από τη Σιουάν, αλλά από τις υπόλοιπες έξι μονάχα μία, η Θέρβα, μια αδύνατη γυναίκα με ριγωτή κίτρινη φούστα ιππασίας και μανδύα με κίτρινες πτυχές, θεωρούνταν ισοδύναμή της. Αυτό φανέρωνε τον βαθμό ανησυχίας και το πόσο φοβισμένες ήταν οι αδελφές εξαιτίας εκείνου του παράξενου πυρσού του σαϊντάρ. Οι ισχυρότερες θα προχωρούσαν, με σκοπό να ολοκληρώσουν τη δουλειά που τους είχε ανατεθεί, αλλά εξαιρουμένης της Ακαρίν, ο ζήλος απουσίαζε αισθητά. Οι συντρόφισσές της ήταν κάτι λιγότερο από ενθουσιώδεις. Η Σάνα διατηρούσε τις βαθιές της επιφυλάξεις, παρά το μονίμως ξαφνιασμένο βλέμμα της, αλλά η ματιά της πλέον μαρτυρούσε έκδηλη ανησυχία. Κοιτούσε έντονα την είσοδο της Αίθουσας, η οποία παρέμενε κλειστή από τα βαριά υφασμάτινα καλύμματα, και τα δάχτυλά της ψαχούλευαν τον μανδύα της λες κι αδυνατούσε να τα κρατήσει ακίνητα. Η Ρέικο, μια εύσωμη Αραφελινή του Γαλάζιου Άτζα, κρατούσε χαμηλωμένη τη ματιά της, αλλά οι ασημένιες καμπανούλες που ήταν στερεωμένες στα μακριά μαύρα μαλλιά της κουδούνιζαν αμυδρά, λες κι η γυναίκα κουνούσε το κεφάλι της μέσα στην κουκούλα. Μονάχα το πρόσωπο της Θέρβα με τη μακρόστενη μύτη διατηρούσε ακόμα την απόλυτη ηρεμία του, εντελώς αδιατάρακτο κι ακλόνητο, κάτι που από μόνο του όμως δεν ήταν τόσο καλό σημάδι. Η Κίτρινη αδελφή ήταν ευερέθιστη εκ φύσεως. Τι είχαν δει, άραγε; Τι ήταν αυτό που επεδίωκαν η Μόρια κι οι άλλες δύο Καθήμενες;
Η Εγκουέν έθεσε υπό έλεγχο την ανυπομονησία της. Ήταν προφανές ότι η Αίθουσα δεν συνεδρίαζε ακόμα. Τα μέλη της συγκεντρώνονταν, αλλά υπήρχαν κάμποσες Καθήμενες που την προσπερνούσαν χωρίς καμία βιάση κι έμπαιναν στο μεγάλο κιόσκι. Η Σαλίτα δίστασε για λίγο, σαν να ήταν έτοιμη να μιλήσει, αλλά λύγισε ελαφρά τα γόνατά της πριν ανασηκώσει στους ώμους της το επώμιο με τα κίτρινα κρόσσια και μπει στο εσωτερικό. Η Κουαμέσα, με τη μύτη αρπακτικού, έριξε μια ματιά στην Εγκουέν υποκλινόμενη και κατόπιν έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος της Ανάγια και των υπολοίπων, κοιτώντας τες φευγαλέα κι εξεταστικά. Ούτως ή άλλως, συνήθιζε να κοιτάζει αφ’ υψηλού. Δεν ήταν ψηλή, αλλά προσπαθούσε να φαίνεται. Η Μπεράνα, με πρόσωπο ίδιο με αγέρωχη μάσκα και μεγάλα καστανά μάτια, παγερά σαν χιόνι, σταμάτησε για να κάνει μια ψυχρή υπόκλιση στην Εγκουέν και να κοιτάξει συνοφρυωμένη την Ακαρίν. Αφού πέρασε λίγη ώρα, αντιλαμβανόμενη ίσως ότι η Ακαρίν δεν την κοίταζε, ίσιωσε τη λευκή φούστα με το ασημί στρίφωμα, αν και δεν χρειαζόταν, τακτοποίησε το επώμιο πάνω στο μπράτσο της ώστε να κρέμονται τα άσπρα κρόσσια, και γλίστρησε μέσα από την υφασμάτινη είσοδο λες και πήγαινε τυχαία προς εκείνη την κατεύθυνση. Και οι τρεις περιλαμβάνονταν στις Καθήμενες που η Σιουάν είχε επισημάνει ως νεαρές, όπως η Μάλιντ κι η Εσκαράλντε. Η Μόρια, εντούτοις, ήταν Άες Σεντάι εδώ κι εκατόν τριάντα χρόνια. Μα το Φως, η Σιουάν έβλεπε παντού συνωμοσίες!