Выбрать главу

Μόλις η Εγκουέν άρχισε να σκέφτεται ότι το κεφάλι της ήταν έτοιμο να εκραγεί από απογοήτευση, αν όχι από πονοκέφαλο, εμφανίστηκε ξαφνικά η Σέριαμ, κρατώντας γερά τον μανδύα και τη φούστα της και τρέχοντας όπως-όπως στον βρώμικο βόρβορο του δρόμου. «Με συγχωρείς πολύ, Μητέρα», είπε χωρίς να πάρει ανάσα, διαβιβάζοντας εσπευσμένα για να καθαρίσει τη λασπουριά με την οποία είχε πιτσιλιστεί. Μόλις τίναξε τη φούστα της, οι λάσπες έπεσαν στο δρομάκι, σχηματίζοντας μια ξερή σκόνη. «Άκουσα... ότι η Αίθουσα θα συνεδρίαζε, κι ήξερα ότι θα με έψαχνες, οπότε κοίταξα να έρθω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Λυπάμαι πολύ». Άρα, η Σιουάν εξακολουθούσε να την ψάχνει.

«Εντάξει, είσαι εδώ τώρα», αποκρίθηκε η Εγκουέν με σταθερή φωνή. Η γυναίκα μάλλον ήταν πραγματικά αναστατωμένη για να ζητάει συγγνώμη μπροστά στις άλλες, ειδικά μπροστά στην Ακαρίν και τις συντρόφισσές της, παρά στην Ανάγια και τις υπόλοιπες. Ακόμα κι όταν ο κόσμος ήξερε περί τίνος επρόκειτο, είχε την τάση να λέει ότι αυτή η γυναίκα δεν ήταν τίποτα παραπάνω απ’ ό,τι έδειχνε, και μια Τηρήτρια βέβαια δεν έπρεπε να φανεί ότι απολογείται γονατιστή, κάτι που σίγουρα γνώριζε κι η ίδια. «Πες μου, λοιπόν, τι ειδήσεις φέρνεις».

Παίρνοντας βαθιά ανάσα, η Σέριαμ τράβηξε προς τα πίσω την κουκούλα του μανδύα της, έσιαξε το στενό γαλάζιο επιτραχήλιο και πέρασε μέσα από την υφασμάτινη είσοδο. Η φωνή της αντήχησε πεντακάθαρη καθώς πρόφερε τις τελετουργικές φράσεις. «Έρχεται, έρχεται...»

Η Εγκουέν μετά βίας την περίμενε να ολοκληρώσει τη φράση της «...η Φλόγα της Ταρ Βάλον, η Έδρα της Άμερλιν» πριν βαδίσει μέσα από τον κύκλο που σχημάτιζαν τα μαγκάλια κι οι όρθιοι φανοί, που έκαναν τον γύρο των τοιχωμάτων στο κιόσκι. Οι φανοί φώτιζαν ικανοποιητικά τον χώρο, ενώ τα μαγκάλια ανέδιδαν μια μυρωδιά λεβάντας σήμερα, θερμαίνοντας όλο τον χώρο. Άλλωστε, ποια θα προτιμούσε να αγνοεί το κρύο όταν μπορούσε να βρει αληθινή ζεστασιά;

Η διάταξη του κιοσκιού ακολουθούσε αρχαίους κανόνες, ελάχιστα προσαρμοσμένους έτσι ώστε να λαμβάνεται υπ’ όψιν το γεγονός ότι η συνάντηση δεν λάμβανε χώρα στον Λευκό Πύργο, στο μεγάλο κυκλικό δωμάτιο με το όνομα «Αίθουσα του Πύργου». Στην αντικριστή μεριά, ένας απλός καλογυαλισμένος πάγκος έστεκε πάνω σε μια πλατφόρμα σε μέγεθος κουτιού, καλυμμένη με ριγωτό ύφασμα στα εφτά χρώματα των Άτζα. Αυτό και το επιτραχήλιο γύρω από τον λαιμό της Εγκουέν ήταν τα μόνα σημεία στο στρατόπεδο όπου αντιπροσωπευόταν το Κόκκινο Άτζα. Κάποιες από τις Γαλάζιες ήθελαν να αφαιρεθεί αυτό το χρώμα, μια κι η Ελάιντα είχε ξαναβάψει τον πραγματικό θρόνο που λεγόταν «Έδρα της Άμερλιν» κι είχε φτιάξει ένα επιτραχήλιο δίχως το γαλάζιο, αλλά η Εγκουέν είχε πεισμώσει. Αν έπρεπε να επιλέξει μεταξύ όλων των Άτζα και κανενός, θα επέλεγε όλα τα Άτζα. Κατά μήκος των πολύχρωμων κιλιμιών, που χρησίμευαν ως καλύμματα του δαπέδου, δύο σειρές πάγκων ξεκινούσαν καμπυλωτά από την είσοδο σε ομάδες των τριών, τοποθετημένοι πάνω σε κουτιά καλυμμένα με υφάσματα στα χρώματα των Άτζα. Ή, μάλλον, των έξι Άτζα, καθότι, σύμφωνα με την παράδοση, οι δύο γηραιότερες Καθήμενες καταλάμβαναν εκ μέρους των Άτζα τους τις θέσεις που βρίσκονταν πιο κοντά στην Έδρα της Άμερλιν, οπότε τα σημεία εκείνα ήταν κατειλημμένα από τις Κίτρινες και τις Γαλάζιες. Από κει και πέρα, ήταν καθαρά θέμα του ποια θα κατέφθανε πρώτη και πού θα επιθυμούσε να καθίσει. Οι πρώτες αφίξεις καθόριζαν και τη θέση των αντίστοιχων Άτζα.

Παρίσταντο μόνο εννέα Καθήμενες, πολύ λίγες για να γίνει σύσκεψη στην Αίθουσα —νομικά μιλώντας, τουλάχιστον— αλλά μια παραξενιά στη σύναξη έκανε αμέσως εντύπωση στην Εγκουέν. Περιέργως, η Ρομάντα παρευρισκόταν ήδη, ένας άδειος πάγκος ανάμεσα στην ίδια και στη Σαλίτα, ενώ η Λελαίν κι η Μόρια καταλάμβαναν τους ακριανούς πάγκους των Γαλάζιων. Η Ρομάντα, με τα μαλλιά της σ’ έναν σφιχτό γκρίζο κότσο στον σβέρκο, ήταν η μεγαλύτερη Καθήμενη ηλικιακά και σχεδόν η πρώτη που κατέφθασε με το που συγκλήθηκε η Αίθουσα. Η Λελαίν, που ακολουθούσε ηλικιακά παρά τα σκούρα στιλπνά μαλλιά της, φάνταζε μάλλον ανίκανη ν’ αφήσει την άλλη γυναίκα να έχει το πλεονέκτημα, ακόμα και σε κάτι τόσο ασήμαντο. Οι άντρες που είχαν μετακινήσει τα κουτιά —τα οποία ήταν στοιβαγμένα κατά μήκος του τοίχου μέχρι τη στιγμή που θα συνεδρίαζε η Αίθουσα— θα πρέπει να είχαν φύγει ελάχιστη ώρα πριν από το πίσω μέρος, μια κι η Κουαμέσα, που καθόταν ήδη στον πάγκο της, ήταν η μόνη παρούσα από τις Γκρίζες Καθήμενες, κι η Μπεράνα, έτοιμη να καθίσει στον δικό της πάγκο, ήταν η μοναδική Λευκή. Η Μάλιντ όμως, η στρογγυλοπρόσωπη Καντορινή με τα αετίσια μάτια, μια μοναχική Πράσινη, μάλλον είχε προπορευτεί, αλλά παραδόξως είχε διαλέξει για τις Πράσινες τα καθίσματα που βρίσκονταν δίπλα στην είσοδο του κιοσκιού. Όσο πιο κοντά βρίσκονταν στην Έδρα της Άμερλιν, τόσο το καλύτερο, αυτή ήταν η τακτική τους. Ακριβώς απέναντι της, η Εσκαράλντε στεκόταν μπροστά στα καφετιά κουτιά λογομαχώντας χαμηλόφωνα με την Τακίμα. Σχεδόν εξίσου κοντή με τη Νισάο, η Τακίμα ήταν μια ήρεμη γυναίκα με όψη πουλιού, αν κι όταν ήθελε, μπορούσε να γίνει αρκετά σθεναρή, κι έτσι όπως είχε τοποθετήσει τις γροθιές πάνω στους γοφούς της, έμοιαζε με θυμωμένο σπουργίτι που έχει φουσκώσει τις φτερούγες του για να φαίνεται ογκωδέστερο. Από τον τρόπο που έριχνε φευγαλέες ματιές προς το μέρος της Μπεράνα, φαινόταν ότι δεν συμφωνούσε με τη διάταξη. Βέβαια, ήταν πλέον αργά για να αλλάξει κάτι, αλλά η Εσκαράλντε έμοιαζε να δεσπόζει πάνω από την Τακίμα, λες και περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ξεσπάσει καυγάς για την επιλογή της. Η Εγκουέν εκπλησσόταν που αυτή η γυναίκα κατόρθωνε να δείχνει τόσο επιβλητική, μια κι ήταν κάμποσες ίντσες κοντύτερη ακόμα κι από τη Νισάο. Θα πρέπει να είχε ανεξάντλητα αποθέματα θέλησης. Η Εσκαράλντε δεν υποχωρούσε με τίποτα όσο πίστευε ότι είχε το δίκιο με το μέρος της, κάτι που συνέβαινε σχεδόν πάντα. Αν η Μόρια επιθυμούσε άμεση επίθεση εναντίον της Ταρ Βάλον κι η Μάλιντ προτιμούσε να υποχωρήσει, τι θα διάλεγε άραγε η Εσκαράλντε;