Οι υπόλοιποι πάγκοι είχαν αρχίσει να γεμίζουν, αν και με κάπως αργό ρυθμό. Η Αλέντριν κι η Σαρόγια έκαναν παρέα στην Μπεράνα, κι η Αλέντριν ήταν τόσο πλαδαρή που, συγκριτικά, οι άλλες δύο φάνταζαν λεπτοκαμωμένες. Βέβαια, οι κάθετες λευκές διακοσμητικές γραμμές που διέτρεχαν τη φούστα της Σαρόγια, την κολάκευαν, ενώ τα άσπρα φαρδιά μανίκια της Αλέντριν κι ο χιονένιος φραμπαλάς που διέτρεχε το μπροστινό μέρος του φορέματός της έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Από τον τρόπο που οι Καφετιές κι οι Πράσινες κουνούσαν τα κεφάλια τους μεταξύ τους κι αντάλλασσαν δηκτικές ματιές με τις Γαλάζιες, καταλάβαινες πως καθεμία προσπαθούσε να «ψαρέψει» την άλλη για να μάθει κάποιο νέο. Η Βάριλιν, μια κοκκινομάλλα που έμοιαζε με λελέκι, καθότι ψηλότερη από τους περισσότερους άντρες, είχε καθίσει επίσης δίπλα στην Κουαμέσα. Τακτοποιώντας νευρικά και κατ’ εξακολούθησιν το επώμιο της, το βλέμμα της Βάριλιν έπεφτε πότε πάνω στη Μόρια και στην Εσκαράλντε και πότε πάνω στη Μάλιντ. Η Μάγκλα, με το επώμιο με τα κίτρινα κρόσσια τυλιγμένο σφιχτά γύρω από τους φαρδιούς της ώμους, κι η Φαϊζέλ, μια Ντομανή με τετραγωνισμένο πρόσωπο και μεταξωτά ρούχα, εξ ολοκλήρου καλυμμένα με πράσινα κεντήματα, έμπαιναν εκείνη τη στιγμή στο κιόσκι, αγνοώντας επιδεικτικά η μία την άλλη, ακόμα κι όταν βρέθηκαν πλάι-πλάι. Η Μάγκλα παρέμενε σταθερά στο στρατόπεδο της Ρομάντα κι η Φαϊζέλ σ’ αυτό της Λελαίν, με τις δύο ομάδες να μην έχουν έρθει σε επαφή. Όλο και περισσότερες αδελφές έκαναν την εμφάνισή τους κατά διαστήματα, η Νισάο κι η Μυρέλ μαζί με μισή ντουζίνα άλλες που ακολούθησαν τη Μάγκλα και τη Φαϊζέλ. Η Μόρβριν βρισκόταν ήδη ανάμεσα στις Καφετιές, πίσω από την Τακίμα και την Εσκαράλντε, ενώ η Μπεόνιν καθόταν άκρη-άκρη στον τομέα των Γκρίζων, πίσω από τη Βάριλιν και την Κουαμέσα. Με αυτούς τους ρυθμούς, δεν θα περνούσε πολλή ώρα πριν στριμωχτούν μέσα στο κιόσκι οι μισές Άες Σεντάι του στρατοπέδου.
Ενόσω η Μάγκλα περπατούσε πάνω στα χαλιά, κατευθυνόμενη προς τα καθίσματα των Κίτρινων, η Ρομάντα ανασηκώθηκε. «Έχουν συγκεντρωθεί περισσότερες από έντεκα αδελφές, οπότε μπορούμε να ξεκινήσουμε». Η φωνή της ήταν παράδοξα διαπεραστική. Θα έλεγες ότι η φωνή της ήταν κατάλληλη για τραγούδι, αν φυσικά μπορούσε κανείς να φανταστεί τη Ρομάντα να τραγουδάει. Η έκφραση του προσώπου της έδινε την εντύπωση πως ήταν πάντα έτοιμη να καυγαδίσει ή, τουλάχιστον, να δείξει τη δυσαρέσκειά της. «Δεν νομίζω πως είναι απαραίτητη αυτή η εθιμοτυπική συνεδρίαση», πρόσθεσε, μόλις σηκώθηκε η Κουαμέσα. «Δεν καταλαβαίνω καν τον λόγο μιας τέτοιας συνεδρίασης, αλλά αν είναι υποχρεωτική, ας τελειώνουμε. Μερικές από εμάς έχουμε να ασχοληθούμε και με σημαντικότερα ζητήματα. Είμαι σίγουρη πως το ίδιο ισχύει και για σένα, Μητέρα».
Η τελευταία πρόταση ακολουθήθηκε από βαθιά υπόκλιση, δίνοντας μάλιστα την εντύπωση πλήρους σεβασμού, αν κι έφτανε στο όριο του σαρκασμού. Η γυναίκα αυτή ήταν πολύ έξυπνη για να τεθεί προ κινδύνων. Άλλωστε, οι ανόητες σπανίως κατόρθωναν να κατακτήσουν το αξίωμα της Καθημένης ή να το κρατήσουν για πολύ, κι η Ρομάντα βρισκόταν στην Αίθουσα με αυτό το αξίωμα επί σχεδόν ογδόντα χρόνια. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που παρευρισκόταν ως Καθήμενη. Η Εγκουέν έγειρε επίσης ελαφρά το κεφάλι της, με βλέμμα παγερό, επιβεβαιώνοντας τόσο ότι είχε δεχτεί την προσφώνηση, όσο κι ότι είχε αντιληφθεί το μήνυμα που μαρτυρούσε ο τόνος της φωνής της. Πολύ ευαίσθητες ισορροπίες.
Η Κουαμέσα άρχισε να κοιτάει τριγύρω με το στόμα ανοικτό, αβέβαιη για το αν έπρεπε να ξεκινήσει να λέει τις κατάλληλες φράσεις, οι οποίες πάντα προφέρονταν από τη νεαρότερη παρούσα Καθήμενη, σημαίνοντας την έναρξη μιας τυπικής συνεδρίασης της Αίθουσας. Η θέση της Ρομάντα τής έδινε σημαντική επιρροή, ακόμα κι εξουσία μέχρις ενός σημείου, αλλά υπήρχαν κι άλλες που υπερίσχυαν. Κάποιες Καθήμενες συνοφρυώθηκαν κι άρχισαν να αναδεύονται πάνω στους πάγκους τους, αλλά καμία δεν έβγαλε άχνα.
Η Λυρέλ μπήκε αθόρυβα, σαν να γλιστρούσε, στο κιόσκι και κατευθύνθηκε στους πάγκους των Γαλάζιων. Ψηλή για Καιρχινή, δηλαδή μέσου αναστήματος συγκριτικά με οποιονδήποτε άλλον, ήταν καλαίσθητα ντυμένη με το μεταξωτό της φόρεμα με τις μπλε ρίγες, κεντητό στο μπούστο με κόκκινη και χρυσαφιά κλωστή, ενώ οι κινήσεις της έδιναν εντύπωση ροής. Μερικές έλεγαν πως ήταν χορεύτρια πριν πάει ως μαθητευόμενη στον Πύργο. Συγκριτικά, η Σάμαλιν, η Πράσινη με την αλεπουδίσια φάτσα που την ακολουθούσε κατά πόδας, είχε ανδροπρεπές βάδισμα, παρ’ όλο που τίποτα επάνω στη Μουραντιανή δεν υποδήλωνε αδεξιότητα. Αμφότερες έδειξαν να εκπλήσσονται βλέποντας όρθια την Κουαμέσα, κι έσπευσαν να καθίσουν στους πάγκους που τους αντιστοιχούσαν. Όπως και να είχε, η Βάριλιν άρχισε να τραβάει το μανίκι της Κουαμέσα, μέχρι που ανάγκασε την Αραφελινή να κάτσει. Η έκφραση της Κουαμέσα ήταν μια μάσκα παγερής γαλήνης, εντούτοις κατάφερνε να ακτινοβολεί τριγύρω δυσαρέσκεια. Γι’ αυτή, το τελετουργικό μέρος σήμαινε πολλά.