Выбрать главу

Η Ντελάνα μπήκε ορμητικά στο κιόσκι εν μέσω μιας αρμαθιάς αδελφών, καθότι ήταν η τελευταία Καθήμενη που κατέφθανε, κι ήδη καθόταν στον πάγκο της καλύπτοντας με το επώμιο τον αγκώνα της, όταν η πλαδαρή Λευκή Καθήμενη επέστρεψε με τις έξι αδελφές και τις οδήγησε μπροστά στην Εγκουέν. Θα πρέπει να είχαν αφήσει έξω τους μανδύες τους, αφού καμιά τους δεν φορούσε. Η Ντελάνα τις περιεργάστηκε σμίγοντας βλοσυρά κι αβέβαια τα φρύδια της. Έμοιαζε ξέπνοη, λες κι έτρεχε να προλάβει τη συνεδρίαση.

Ολοφάνερα, η Αλέντριν αισθανόταν πως, άσχετα από το αν η συνεδρίαση αυτή ήταν τυπική ή όχι, η ίδια τουλάχιστον έπρεπε να δείξει την ανάλογη τυπικότητα. «Κληθήκατε ενώπιον της Αίθουσας του Πύργου προκειμένου να αναφέρετε όσα είδατε», είπε με την έντονη Ταραμπονέζικη προφορά της. Ο συνδυασμός των σκούρων χρυσαφένιων μαλλιών της και των καστανών της ματιών δεν ήταν ασυνήθιστος στο Τάραμπον, αν και τα μαλλιά που της έφταναν έως τον ώμο ήταν πιασμένα σε δαντελωτό δίχτυ κι όχι πλεγμένα με χάντρες. «Καλείστε να μιλήσετε για όλα όσα είδατε δίχως υπεκφυγές ή αποκρύψεις, και να απαντήσετε ολοκληρωμένα σε όλες τις ερωτήσεις χωρίς καμία παράλειψη. Καλείστε να το πράξετε, υπό το Φως κι έχοντας ελπίδα αναγέννησης και σωτηρίας, ειδάλλως θα υποστείτε τις συνέπειες». Εκείνες οι αρχαίες αδελφές που είχαν συνθέσει το συγκεκριμένο κομμάτι του τελετουργικού της Αίθουσας ήταν αρκετά ενήμερες για τα περιθώρια ελιγμών που άφηναν οι Τρεις Όρκοι. Κάτι να έμενε απ’ έξω από τη μια μεριά, όλο και κάποια αοριστία από την άλλη, και το νόημα των λόγων σου έπαιρνε διαφορετική μορφή ενόσω εξακολουθούσες να λες την αλήθεια.

Η Ακαρίν τις διαβεβαίωσε δυνατά και κάπως ανυπόμονα ότι θα έλεγε την αλήθεια, ενώ οι άλλες πέντε απάντησαν με διαφορετικά επίπεδα τυπικότητας κι αμηχανίας. Δεν ήταν λίγες οι αδελφές που είχαν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους χωρίς να κληθούν ούτε μία φορά για να καταθέσουν μπροστά στην Αίθουσα. Η Αλέντριν περίμενε να επαναλάβει τα λόγια κι η τελευταία, και κατόπιν επέστρεψε στον πάγκο της.

«Πες μας τι ακριβώς είδες, Ακαρίν», είπε η Μόρια μόλις η Λευκή Καθήμενη γύρισε αλλού. Μια σκληράδα φάνηκε στα χαρακτηριστικά της Αλέντριν, και μόλις κάθισε, το πρόσωπό της έγινε εντελώς ανέκφραστο, αν κι ένα έντονο κοκκίνισμα εμφανίστηκε στα μάγουλά της. Η Μόρια έπρεπε να περιμένει. Μάλλον ήταν εξαιρετικά ανήσυχη.

Παραδοσιακά —μια κι υπήρχαν περισσότερες παραδόσεις κι έθιμα παρά νόμοι, και το Φως μονάχα ήξερε πόσοι ήταν κι αυτοί, νόμοι αντιφατικοί που ίσχυαν εδώ κι αιώνες, αν κι οι παραδόσεις και τα έθιμα βασίλευαν μεταξύ των Άες Σεντάι όσο κι ο νόμος του Πύργου, αν όχι και περισσότερο— η Ακαρίν απευθύνθηκε πρώτα στην Έδρα της Άμερλιν.

«Αυτό που είδαμε, Μητέρα, ήταν μια αόριστα κυκλική τρύπα στο έδαφος», είπε, νεύοντας με το κεφάλι της σε κάθε λέξη, για να δώσει έμφαση στα λόγια της, τα οποία έμοιαζε να διαλέγει με μεγάλη προσοχή, σαν να ήθελε να είναι βέβαιη πως γίνονταν κατανοητά απ’ όλους. «Ίσως η αρχική μορφή της να ήταν ένας τέλειος κύκλος, σχηματισμένος σαν μισή μπάλα, αλλά οι πλευρές είχαν καταρρεύσει σε μερικά σημεία. Η τρύπα είχε διάμετρο περίπου τρία μίλια και κάπου ενάμισι μίλι βάθος». Κάποια από τις γυναίκες άφησε μια κραυγή έκπληξης κι η Ακαρίν συνοφρυώθηκε λες κι η άλλη σκόπευε να τη διακόψει. Ωστόσο, συνέχισε απτόητη. «Για κ» βάθος δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουρες, μια κι ο πυθμένας καλύπτεται από νερό και πάγο. Πιστεύουμε πως, σταδιακά, θα γίνει λίμνη. Όπως και να έχει, καταφέραμε να εξακριβώσουμε την ακριβή τοποθεσία μας χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, οπότε είμαστε έτοιμες να αναφέρουμε ότι αυτή η τρύπα βρίσκεται εκεί όπου κάποτε υπήρχε η πόλη με το όνομα Σαντάρ Λογκόθ». Επικράτησε σιωπή. Για αρκετή ώρα, ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το θρόισμα από τις φούστες των Άες Σεντάι που αναδεύονταν ανήσυχα.

Η Εγκουέν ήθελε να αναδευτεί επίσης. Μα το Φως, μια τρύπα τέτοιου μεγέθους θα κάλυπτε τη μισή Ταρ Βάλον! «Έχεις, μήπως, καμιά ιδέα πώς μπορεί να δημιουργήθηκε αυτή η... τρύπα... Ακαρίν;» ρώτησε τελικά. Αισθάνθηκε περηφάνια για τη σταθερότητα της φωνής της. Η Σέριαμ σχεδόν έτρεμε! Η Εγκουέν ήλπιζε να μην το είχε προσέξει καμιά τους. Οι πράξεις μιας Τηρήτριας ανέκαθεν αντικατόπτριζαν την Άμερλιν. Αν η Τηρήτρια φοβόταν, οι περισσότερες αδελφές θα πίστευαν πως κι η Εγκουέν διακατεχόταν από φόβο, και σίγουρα δεν επιθυμούσε να δημιουργεί τέτοιου είδους υποψίες.